Σάββατο, 30 Μαρτίου 2013

«ΓΙΑ ΕΛΑ ΣΤΗ ΘΕΣΗ ΜΟΥ… ΤΙ ΘΑ ΕΚΑΝΕΣ;»



  Δεν είναι τυχαίο που κάθε αφεντικό, ελάχιστα πριν ανακοινώσει την απόλυση ή μειώσεις μισθών αναφέρεται στη μείωση των κερδών της εταιρείας λέγοντας «ελάτε στη θέση μου…». Με απλά λόγια θεωρεί πως αν ήμασταν στη θέση του θα κάναμε ακριβώς ότι κάνει. Οι κοινωνιολόγοι ονομάζουν αυτή την αλλαγή θέσης «εναλλαγή προοπτικής» και την πεποίθηση πως κάποιος άλλος θα έκανε το ίδιο αν βρισκόταν στη θέση μας «αμοιβαία προοπτική». Αυτή η διαδικασία εναλλαγής και αμοιβαίας προοπτικής είναι πολύ σημαντική για την συνοχή μιας μικρής ή μεγάλης ομάδας, καθώς αυξάνει τις πιθανότητες κατανόησης και ενισχύει την αίσθηση ότι υπάρχουν πραγματικοί δεσμοί μεταξύ των συμμετεχόντων ή των συναποτελούντων. Όταν λοιπόν μας είναι ευκολότερο να υιοθετήσουμε την οπτική των αφεντικών από το να μπούμε στη θέση των μεταναστών, των ανέργων, των απλήρωτων και κακοπληρωμένων εργατών κάθε κλάδου, κάτι δεν πάει καλά. Δυστυχώς οι εργοδότες έχουν διαβάσει τα σημάδια και καταλαβαίνουν πως τα ταξικά μας αντανακλαστικά δεν είναι αυτά που θα έπρεπε. Προσπαθώντας να βρεθούμε στη θέση των αφεντικών μας, έχουμε ήδη χάσει. Σε ένα περιβάλλον όπου η εργασία οργανώνεται για να εξυπηρετεί το κέρδος και ειδικά όταν (με δική μας ευθύνη) τα «διευθυντικά δικαιώματα» απενοχοποιούνται, μέσω αυτής της στρεβλής αμοιβαίας προοπτικής με τα αφεντικά μας, εμείς απλά περισσεύουμε και δεν μπορεί να γίνει κάτι. Κι όμως μπορούμε και να τους διαολοστείλουμε, αν όχι με ακραιφνώς ταξικό κατευόδιο, τουλάχιστον γιατί μας δουλεύουν. Μπορούμε τουλάχιστον να αναρωτηθούμε που πήγαν τα λεφτά.

 Τα αφεντικά στον  κλάδο μας, που καθόλου δεν διαφέρουν από κάθε άλλο έμπορο – ιδιοκτήτη επιχείρησης, έχουν ακριβώς το ίδιο ρεπερτόριο στο πρόγραμμα μειώσεις/απολύσεις: «η ύφεση έχει ρίξει απίστευτα την κατανάλωση και κάτι πρέπει να κάνουμε για να τα βγάλουμε πέρα». Ιδίως μάλιστα οι «μεγάλοι εκδοτικοί» αποτελούν και τους περισσότερο κλαψιάρηδες. Άραγε πιστεύουν πως ξεχάσαμε το πρόγραμμα culture για την επιδότηση των μεταφράσεων από κοινοτικούς πόρους (στο πλαίσιο της ενίσχυσης του πολιτισμού);  Ή μήπως νομίζουν πως δεν ξέρουμε ότι οι μεταφραστές υπέγραφαν για το αναγραφόμενο ποσό, αλλά έπαιρναν πολύ λιγότερα και μόνο μετά από επίπονες διεκδικήσεις και συμβιβασμούς; Να μιλήσουμε μήπως για την ενίσχυση της επιχειρηματικότητας ανάλογα με την έκδοση νέων τίτλων μέσω κονδυλίων του υπουργείου πολιτισμού ή για τη χρήση της αυξημένης παραγωγής ως αποδεικτικού ευρωστίας για τραπεζικούς δανεισμούς  και τις μανατζερίστικες ηλιθιότητες των επιθετικών πολιτικών πωλήσεων; Ας μην ξεχνάμε επίσης ότι μεγάλο μέρος της παραγωγής βιβλίων επιτελούνταν σε εργασιακούς παραδείσους του εξωτερικού και πωλούνταν εδώ σε εξαιρετικά αναντίστοιχα υψηλές τιμές. Με άλλα λόγια τα μάζευαν από παντού.
Την ίδια εποχή (τα περίφημα «καλά χρόνια») με το ζόρι παίρναμε το μισθό που όριζε η κλαδική σύμβαση, ήμασταν ακριβώς όσοι χρειαζόταν για να λειτουργούν τα μαγαζιά τους και ακόμα λιγότεροι από ότι απαιτούσε συνολικά η δουλειά, αν βάλουμε μέσα και τις αποθήκες και τις απαιτήσεις διανομής. Παρόλα αυτά το ζήτημα είναι πως είμαστε πρόθυμοι να μπούμε στη θέση τους και δικαιολογήσουμε, ως ένα βαθμό έστω, τις επιλογές τους, αφού το μαγαζί «δεν βγαίνει». Και δυστυχώς το γνωρίζουν. Ή έστω έχουν κάθε λόγο να υποθέτουν πως η συνείδησή μας έχει διαβρωθεί αρκετά, ώστε να μας είναι ευκολότερο να  δούμε την κατάσταση από την σκοπιά τους, αποδεχόμενοι εξαρχής όλα τα αυτονόητα της «θέσης» τους. Ότι δεν θα μας περάσει από το μυαλό να αξιώσουμε τα εξοχικά τους, τα αυτοκίνητα και τα σκάφη τους, τις μετοχές τους και τις αποταμιεύσεις τους. Την κρίσιμη στιγμή έχουν λόγους να πιστεύουν πως δεν θα σκεφτούμε ότι εμείς (και πολλοί άλλοι όπως εμείς ανά τον κόσμο) παράγουμε τον πλούτο τους, παραλαμβάνοντας, φορτώνοντας, ξεφορτώνοντας, μεταφέροντας και πουλώντας τα εμπορεύματα τους. Πως θα τους αντιμετωπίσουμε ως προσφέροντες εργασία από την καλή τους την καρδιά, μόνο που δυστυχώς δεν τους παίρνει άλλο…
Ακόμα χειρότερη είναι η κατάσταση  για όσους εργάζονται ακόμα σε μικρά μαγαζιά. Σε αυτό το μέγεθος των επιχειρήσεων, έως 5 εργαζόμενων κατά μέσο όρο, διαμορφώνεται ένα έδαφος που επιτρέπει την καλλιέργεια «οικογενειακών σχέσεων». Κυρίως αυτό οφείλεται στην εξαρχής αμβλυμμένη έως ανύπαρκτη εργατική συνείδηση, που ήταν και το μεγάλο κέρδος κράτους και κεφαλαίου (διεθνώς) μέσω των πολιτικών ενσωμάτωσης της τάξης μας στη σφαίρα της κατανάλωσης και εκμαίευσης συναινέσεων στηρίζοντας (κάπως) τη σταθερή εργασία. Αυτές οι «οικογενειακές σχέσεις» τροφοδοτούνται από όλα τα αυτονόητα της καπιταλιστικής οικονομίας (ιδιοκτησία, προτεραιότητα του κέρδους των αφεντικών κτλ.), τα οποία επικυρώνονται ασυνείδητα μέσω της απόλυτης σύνδεσης των συμφερόντων των εργαζομένων με τα συμφέροντα της επιχείρησης. Το νόημα που εξάγεται και εμπεδώνεται από τους εργαζόμενους σε τέτοια περιβάλλοντα είναι πως οι ταξικές συγκρούσεις ανήκουν στο παρελθόν, υπάρχουν μόνο ορισμένα ζητήματα μισθού και χρόνου εργασίας τα οποία όμως αφορούν τις μεγάλες επιχειρήσεις. Παρά τις πιέσεις που δέχονται από τις εκάστοτε διαδρομές που ακολουθεί η καπιταλιστική οικονομία η συνεισφορά των μικρών μαγαζιών στην πολυδιάσπαση της εργατικής τάξης και στην αδυναμία των εργαζομένων τους να αναζητήσουν συμμαχίες με ταξικό πρόσημο είναι καθοριστική. Δεν είναι τυχαίο ότι ελάχιστοι εργαζόμενοι σε μικρά – συνοικιακά καταστήματα είναι εγγεγραμμένοι σε αντίστοιχα κλαδικά σωματεία και ακόμα λιγότεροι συμμετέχουν ακόμα και στις γενικές απεργίες.
Σ’ αυτές τις περιπτώσεις η έλλειψη σταθερού ταξικού προσανατολισμού, είναι μοιραία. Όταν έρχεται η στιγμή της ανακοίνωσης μισθολογικών μειώσεων, εκ περιτροπής εργασίας ή/και απολύσεων, οι εργαζόμενοι είναι έτοιμοι να κατανοήσουν τις δυσκολίες του αφεντικού. Είναι παραπάνω από πρόθυμοι «να μπούνε στη θέση του» και να παραδεχτούν ότι το ίδιο θα έκαναν. Η σκέψη μιας αντίδρασης αυτοστραγκαλίζεται. Ακόμα χειρότερα πολλοί δεν θέλουν να προκαλέσουν επιπλέον επιβάρυνση στο μαγαζί. Τα προβλήματα που δημιούργησε (και εξακολουθεί) η καπιταλιστική αναδιάρθρωση στα μικρά αφεντικά τα φορτωθήκαμε σχεδόν εθελοντικά, σκεπτόμενοι μάλιστα τι μπορούν οι εργοδότες να προσφέρουν και όχι τι χρειαζόμαστε. Στα συνοικιακά βιβλιοχαρτοπωλεία και στα αντίστοιχα μικρά του κέντρου πέρασαν όλες οι ρυθμίσεις με τους εργαζόμενους να συμφωνούν με τα αφεντικά τους που καταριούνται τις κυβερνήσεις γιατί ψηφίζουν μειώσεις μισθών (των εργαζομένων σε άλλες επιχειρήσεις). Προφανώς λοιπόν τα μικρά μαγαζιά υπήρξαν εν τέλει το όχημα για την εφαρμογή και την εμπέδωση της απορρύθμισης των εργασιακών σχέσεων και μάλιστα με το «ανάθεμα» να πέφτει εξολοκλήρου στην εκάστοτε κυβέρνηση και στους ξένους δυνάστες. Εδώ και καιρό τα αφεντικά (όχι μόνο του κλάδου μας) έχουν αντιληφθεί τη δυσκολία μας όχι μόνο να λάβουμε μια ξεκάθαρη θέση στον πόλεμο που διεξάγεται εναντίον της τάξης μας, αλλά ακόμα και στο να μετατοπιστούμε σε μια θέση από όπου τουλάχιστον αυτός ο πόλεμος θα μας είναι ορατός. Και ίσως είναι αυτό ακριβώς που θα πρέπει να αρχίσουμε να αλλάζουμε. Δεν θα είναι εύκολο και σίγουρα πολλοί θα επικαλεστούν την «κοινή λογική», αλλά τι λογικό υπάρχει σε ενάμιση εκατομμύριο ανέργους, άλλους τόσους κακοπληρωμένους και απλήρωτους και αφεντικά με καβάτζες;