Κυριακή, 17 Μαρτίου 2013

Κατώτατος μισθός



Μετά τις δηλώσεις του γενικού γραμματέα του υπουργείου εργασίας κ. Μέργου περί ακόμα υψηλού και μη ανταγωνιστικού κατώτατου μισθού ήρθε η ώρα να μιλήσουν και ορισμένοι εκ των αρμοδίων. Πριν δύο εβδομάδες περίπου δημοσιεύτηκε σε κυριακάτικη εφημερίδα ένα απόσπασμα από τη συνάντηση του υπουργού ανάπτυξης κ. Χατζηδάκη με διευθύνοντες συμβούλους πολυεθνικών εταιρειών που δραστηριοποιούνται σε ελληνικό έδαφος, οι οποίοι αναφέρθηκαν στις ευεργετικές συνέπειες που θα είχε η μείωση του κατώτατου ημερομισθίου. Πιο συγκεκριμένα ο κ. Γεώργιος  Σπηλιόπουλος, διευθύνων σύμβουλος της Barilla Hellas φέρεται να είπε: «Σε μια χώρα που η ανεργία στους νέους έχει φτάσει σε απίστευτα επίπεδα δεν αντιλαμβανόμαστε γιατί να υπάρχει η δέσμευση του κατώτατου ημερομισθίου. Δώστε μας την ευκαιρία να προσλαμβάνουμε νέους με λιγότερα χρήματα που θα εργάζονται λιγότερες ώρες και λιγότερες μέρες κάθε εβδομάδα». Στη συνέχεια της συζήτησης τα μεγαλοστελέχη των πολυεθνικών υποστήριξαν πως «είναι μια ιδέα που θα πρέπει να σκεφτείτε για να μειωθεί άμεσα το ποσοστό της ανεργίας και μάλιστα στους νέους. Ειδικά τώρα που ακούμε συχνά «μια δουλειά θέλω, ό,τι να ‘ναι και όσο να ‘ναι».

Η επιπλέον μείωση του κατώτατου μισθού δεν αποτελεί ζητούμενο αποκλειστικά των πολυεθνικών, αλλά τώρα δεν θα ασχοληθούμε με αυτό. Το δημοσιευμένο απόσπασμα υπενθυμίζει πως η «εξελικτική πορεία» του καπιταλισμού είναι συνάρτηση των αντιστάσεων που συναντά στο πέρασμα της. Δεν είναι δύσκολο λοιπόν να ερμηνευτούν οι τόσες αναφορές στο θέμα της πιθανής μείωσης του κατώτατου μισθού. Τα αφεντικά συνασπίζονται ευκολότερα και πιέζουν αποτελεσματικότερα. Σε ένα μεγάλο βαθμό αυτό γίνεται γιατί η δική μας «ποιοτική κατάσταση» το επιτρέπει. Το «δουλειά να ‘ ναι και  ό,τι να ναι»  δεν είναι μόνο δηλωτικό της δύσκολης θέσης στην οποία βρίσκονται οι άνεργοι/ες όλων των ηλικιών, αλλά και ένας δείκτης του επιπέδου της ταξικής συνείδησης και των αδυναμιών μας συνολικά. Αυτή η φράση αντανακλά τη λογική της αναζήτησης ατομικών λύσεων αλλά και τη βεβαιότητα πως κανένα διαφορετικό είδος λύσης δεν μπορεί να υπάρξει. Ότι το μόνο που απομένει είναι να αποδεχτούμε τις όποιες απαιτήσεις των αφεντικών και να χορεύουμε στο σκοπό που κάθε φορά επιλέγουν. Και φυσικά αυτό δεν είναι γνώρισμα μόνο της πλειοψηφίας των ανέργων αλλά και ο τρόπος που αντιμετωπίζει την κατάσταση ένα πολύ μεγάλο κομμάτι ακόμα εργαζόμενων.
   Αναμφίβολα οι συμπεριφορές αυτές είναι αποτέλεσμα και της αδυναμίας μας να απαντάμε συλλογικά και με ταξικούς όρους, να στήνουμε ουσιαστικές και μόνιμες δομές αλληλοβοήθειας, χαράζοντας όμως και βαθιές διαχωριστικές γραμμές απέναντι σε κάθε στρεβλό «όλοι μαζί μπορούμε». Αυτές (και άλλες) οι αδυναμίες συμβάλουν στο να νοιώθει και το μικρότερο αφεντικό τη σιγουριά των «δικαιωμάτων» του, της αυτονόητης προτεραιότητας του κέρδους του και της ιερότητας της ιδιοκτησίας του. Το γεγονός ότι είμαστε σε γενικές γραμμές πολύ πρόθυμοι να δούμε τα πράγματα από την πλευρά των αφεντικών, το περίφημο «έλα στη θέση μου και πες μου τι άλλο θα έκανες», αποδεικνύει απλώς την αδυναμία μας να γίνουμε επικίνδυνοι, αναζητώντας άλλους τρόπους οργάνωσης της εργασίας που δεν θα περιλαμβάνουν την ιερότητα του κέρδους, που η εργατική μας δύναμη δεν θα είναι εμπόρευμα και δεν θα σέβεται κανένα «διευθυντικό δικαίωμα».
Όσο για την διάψευση του δημοσιεύματος από τα γραφεία δημόσιων σχέσεων των αναφερόμενων πολυεθνικών εταιρειών ο Γκρέγκορυ Χάουζ υποστηρίζει ότι «πολλές φορές η Αλήθεια αρχίζει με ένα ψέμα».