Πέμπτη, 4 Δεκεμβρίου 2014

ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΠΕΡΓΙΑ ΠΕΙΝΑΣ ΤΟΥ Ν. ΡΩΜΑΝΟΥ



Όσοι από εμάς ζήσαμε τον απελευθερωτικό για τις ψυχές μας Δεκέμβρη του 2008, όσοι μπήκαμε με το Είναι μας μέσα στην εξέγερση του πιο όμορφου Δεκέμβρη της σύγχρονης Ιστορίας της Ελλάδας, θυμόμαστε πολύ καλά το Νίκο Ρωμανό. Ένα 15χρονο παιδί που με δύναμη δεκάδων ενηλίκων, ενώθηκε μαζί μας για να ζήσουμε το απελευθερωτικό εξεγερσιακό πρόταγμα απέναντι σε μια κοινωνία η οποία, μέσω της δομικής καπιταλιστικής κρίσης που ξέσπασε 2 χρόνια μετά, μας ύφαινε από τότε νεκροσάβανα...
Όσοι τον είχαν πλησιάσει, είχαν διακρίνει με ευκολία την οργή και τη λύσσα στα μάτια του «πιτσιρικά» που είχε ζήσει με το πετσί του το ίδιο τη δολοφονία του καλύτερου του φίλου από τα χέρια ενός κυνικού ανδρείκελου της χειρότερης δομής της αστικής εξουσίας, τους μπάτσους. Ένα ανδρείκελο το οποίο με ένα απλό συμπέρασμα που έλεγε «κωλόπαιδα», αποφάσισε να γίνει ο θεός του Γρηγορόπουλου και με μια απλή κίνηση να του αφαιρέσει τελεσίδικα την ανάσα... Όσα επακολούθησαν ήταν το ξέσπασμα του πάταγου και του λυγμού ενός κομματιού της κοινωνίας που σιγόβραζε μέσα στην καπιταλιστική βαρβαρότητα και περίμενε μια χαραμάδα για να αναβλύσει από τη ρωγμή της την απέχθεια απέναντι στην κυνικότητα της εξουσίας.
Οι μέρες εκείνες μας έκαναν να αναπνεύσουμε ελεύθερα έστω και για λίγο. Όσοι περπατήσαμε τότε την άδεια Πανεπιστημίου και μυρίσαμε τα αποκαΐδια του καταναλωτικού οργίου στο κέντρο της μητρόπολης, όσοι μπήκαμε στην ΑΣΣΟΕ, στο Πολυτεχνείο αλλά και στην ΓΣΕΕ και στήσαμε συνελεύσεις, έχουμε ακόμα να θυμόμαστε τις λίγες στιγμές ελευθερίας. Με ένα βάρος στην καρδιά μας ωστόσο γιατί το τίμημα αυτών των στιγμών ήταν η απώλεια του μικρού Αλέξη.
Από τότε κύλησε πολύ νερό στο αυλάκι. Το ΔΝΤ ήρθε στον ελλαδικό χώρο με πρόσχημα την υπαρκτή καπιταλιστική κρίση και οι ζωές των υπηκόων αλλάξανε. Δεν χρειάζεται να θυμηθούμε ακριβώς τι έχει γίνει σε αυτά τα τέσσερα χρόνια. Όλοι τα ζούμε στο πετσί μας.  Ντόπια και ξένα αφεντικά επιβουλεύονται τη ζωή μας σε συνεργασία με μια φασιστικοποιημένη κρατική εξουσία. Ανεργία, ανέχεια, εξαθλίωση και ΘΑΝΑΤΟΣ... Ναι, θάνατος σε όλες του τις μορφές και με όλους τους τρόπους. Δολοφονίες από τους μπάτσους, άνεργοι ξεψυχούν στις ρόδες των λεωφορείων κυνηγημένοι από ρουφιάνους επειδή δεν είχαν χρήματα για ένα γαμωεισιτήριο, αυτοκτονίες απελπισμένων, ξεψυχίσματα στις ανθρώπινες αποθήκες των φυλακών ανθρώπων που δεν έχουν στον ήλιο μοίρα, εκτελέσεις μεταναστών στο Αιγαίο και τα σύνορα ή στα σύγχρονα Νταχάου του δυτικού πολιτισμού, θάνατος στα νοσοκομεία όπου η καπιταλιστική στατιστική δεν προβλέπει περίθαλψη για όποιον άρρωστο δεν την έχει «κερδίσει» στα εργατικά μπουντρούμια και στα σύγχρονα σκλαβοπάζαρα της καπιταλιστικής παραγωγής.
Κι όμως... Ακόμα και μπροστά στον θάνατο που έχει κυκλώσει τις ζωές μας, οι περισσότεροι ατενίζουν τον υπόνομο στον οποίο καταδικαστήκαμε να ζούμε, σαν να είναι παραθεριστικό θέρετρο. Και δε μιλάνε και συνεχίζουν να ζουν σα να μην έχουν γίνει και πολλά, σα να υπάρχει ελπίδα μεσ’ στο βόρβορο, σα να είναι η ζωή μας ειμαρμένη που δεν μπορούμε να παρακάμψουμε. Με μια σιωπή ένοχη, αιματοβαμμένη από τα θύματα της καπιταλιστικής ολοκλήρωσης.
Ο Νίκος Ρωμανός λοιπόν δεν είναι ένας από αυτούς. Δεν φοβάται μπροστά στο θάνατο κι ας τον έχει περάσει ξώφαλτσα. Δεν φοβάται την απώλεια κι ας τον έχει αγκαλιάσει σφιχτά. Δεν στέκει σιωπηλός μέσα στην εκκωφαντική σιωπή και αντιστέκεται στον πολιτισμό που ζητά να μας εκμηδενίσει.
Γιατί η απεργία πείνας του Νίκου δεν είναι αγώνας για ένα κωλοπτυχίο, δεν είναι μια προσπάθεια να βρει την ελπίδα που έχασε όταν είδε το φίλο του να ξεψυχά δολοφονημένος, δεν είναι η διεκδίκηση ενός καλύτερου μέλλοντος για τον ίδιο όταν αποφυλακιστεί, δεν είναι αγώνας για να αναδείξει τις αντιφάσεις της ούτως ή άλλως σάπιας δημοκρατίας. Δεν είναι καν απλά και μόνο ο αγώνας ενός ανθρώπου να υπερασπιστεί την αξιοπρέπειά του και τον αξιακό του κώδικα που επιβάλει να μην παραδίνεσαι ποτέ και πάντα να κάνεις βήματα ελευθερίας. Ο αγώνας του Νίκου είναι η εξέγερση απέναντι στην απόλυτη εξουσία, απέναντι στον φόβο που προσπαθούν να μας φυτέψουν στα κεφάλια για να γίνουμε υποτακτικοί. Ο αγώνας του Νίκου είναι η μεγαλύτερη εξέγερση που μπορεί να πραγματώσει ένα ανθρώπινο ον, είναι η εξέγερση απέναντι στον Θάνατο τον ίδιο. Ο Νίκος τον έχει δει από κοντά αρκετές φορές και τώρα απλά τον έχει πλησιάσει και τον περιπαίζει.
Γι αυτό το λόγο δεν στεκόμαστε απλά αλληλέγγυοι δίπλα του. Αφουγκραζόμαστε την ανάσα του σα να είναι η δική μας και προετοιμαζόμαστε για τις νύχτες που έρχονται. Οι οποίες αυτή τη φορά, δεν θα είναι μόνο του Αλέξη αλλά και του Νίκου. Μόνο που ο Νίκος θα είναι δίπλα μας, κουφάλες...

Παρασκευή, 31 Οκτωβρίου 2014

Sunday, never work on Sunday!



Ο αγώνας που διεξάγεται αδιάκοπα από τον Απρίλιο του 2014 ενάντια στην κατάργηση της κυριακάτικης αργίας δεν ήρθε από το πουθενά. Εδώ και χρόνια τα αφεντικά προσπαθούν να την εφαρμόσουν, χωρίς να λείπει στιγμή από τα σχέδιά τους. Ελαστικές σχέσεις εργασίας, ελαστικά ωράρια, κατάργηση των συλλογικών συμβάσεων, απελευθέρωση απολύσεων, κατάργηση της κυριακάτικης αργίας και πολλά άλλα είναι  βασικά εργαλεία  της λεγόμενης ανάπτυξής τους. Της ανάπτυξης που όμως βρίσκει εμπόδια από διάφορους «κομπλεξικούς, συνδικαλιστές, παρωχημένων αντιλήψεων αντιδραστικούς, οι οποίοι κολλημένοι σε αγκυλώσεις του παρελθόντος  βάζουν φρένο στην προσπάθεια του να βγει η χώρα από την κρίση».
  Πέρα όμως από τη ρητορική των παπαγάλων των Μ.Μ.Ε., όσοι και όσες εργαζόμαστε σε εμπορικά καταστήματα και όχι μόνο, ξέρουμε πολύ καλά ότι η μεθόδευση για την κατάργηση της κυριακάτικης αργίας κρατάει χρόνια. Στην αρχή αφορούσε τις τρείς Κυριακές του Δεκέμβρη που τα εμπορικά λειτουργούν με εορταστικό ωράριο, (κάτι το οποίο μεταφράζεται σε ατέλειωτες υπερωρίες, πλέον σχεδόν αποκλειστικά απλήρωτες), μία  περίοδο που οι εργαζόμενοι-ες  ξεχνάνε τι πάει να πει σπίτι, ξεκούραση, κοινωνικοποίηση. Μετά ήρθαν να προστεθούν  και οι Κυριακές των εκπτώσεων. Και εκεί όμως δεν έλειψαν οι αντιδράσεις και οι απεργίες και σε πολλές περιπτώσεις τα αφεντικά χρειάστηκε να υποχωρήσουν, αφού ακόμα θεωρούσαν ότι δεν έχει έρθει η ώρα. Παράλληλα όμως άφηναν πάντα ανοιχτό το ενδεχόμενο για την πλήρη εφαρμογή του μέτρου που θα αφορούσε και τις 52 Κυριακές του χρόνου. Και να που μετά από 5 χρόνια μνημόνια, με εκατοντάδες χιλιάδες απολύσεις, κατάργηση των συλλογικών συμβάσεων, κατάργηση της εργατικής νομοθεσίας στο σύνολο και στην ουσία της και ποινικοποίηση και τσάκισμα  όλων των εργατικών αγώνων, έχει στρωθεί για τα καλά το χαλί ώστε να επελάσει η «ανάπτυξη» πάνω στις ζωές μας.
  Έτσι μπήκε μπροστά  με «πιλοτική εφαρμογή, μόνο για τις  τουριστικές περιοχές», ο νόμος για τις εργάσιμες Κυριακές. Οι αντιδράσεις και οι κινητοποιήσεις που ακολούθησαν από το ‘’Συντονιστικό δράσης ‘’ και από εργαζόμενους-ες  με αποκλεισμούς  καταστημάτων, πίεση από τα κάτω για κήρυξη αλλεπάλληλων απεργιών τις αμέσως επόμενες  Κυριακές όπως και οι δυναμικές  παρεμβάσεις κυρίως στην οδό Ερμού αλλά και στα προάστια, έπαιξαν πολύ σημαντικό ρόλο στην προσωρινή αναστολή του μέτρου από το ΣτΕ. Επίσης καταλυτικό ήταν και το γεγονός της αντίδρασης των ίδιων των εργαζομένων στα συγκεκριμένα μαγαζιά, οι οποίοι-ες σε πολλές περιπτώσεις κατέβασαν οι ίδιοι τα ρολά των καταστημάτων και συμπορεύτηκαν με του υπόλοιπους απεργούς.
  Με όλα αυτά το πανηγύρι τους  χάλασε. Οι αφιονισμένοι καταναλωτές αλλά και οι θιασώτες κοινωνικού κανιβαλισμού (βλ. άκρατος φιλελευθερισμός) τύπου Τζήμερου, που θέλησαν να επιβάλλουν την παρουσία τους σε στυλ «ψωνίζω όποτε μου γουστάρει» δεν ήταν τόσοι όσοι χρειάζονταν για να κατασπαράξουν τους απεργούς, ούτε για να φτιάξουν μία εορταστική ατμόσφαιρα για τα δελτία ειδήσεων. Αναγκάστηκαν λοιπόν να φύγουν, στην καλύτερη περίπτωση με το κεφάλι σκυμμένο ή στη χειρότερη με μία ροχάλα κολλημένη στα μαλλιά.  Χρειάζεται ίσως κοινωνιολογική ανάλυση για το πώς  άνθρωποι που τους τα έχουν πάρει όλα, χωρίς πρόσβαση σε στοιχειώδεις παροχές, χωρίς δουλειά και κυρίως  χωρίς φράγκο στην τσέπη να επικαλούνται το δικαίωμά τους στην κατανάλωση ή ακόμα χειρότερα στη βόλτα στα μαγαζιά μέρα Κυριακή. Ίσως πατώντας πάνω στα ταλαιπωρημένα κορμιά των εργαζόμενων αισθάνονται για λίγο ανώτεροι και βγαίνουν  από τη μίζερη καθημερινότητά τους.
   Μέχρι εδώ μπορούμε να μιλάμε για μια μικρή ή μεγάλη νίκη της αυτοοργανωμένης ταξικής πάλης και ίσως έτσι να είναι. Επειδή όμως η απόφαση για την αναστολή της λειτουργίας των καταστημάτων τις  52  Κυριακές είναι προσωρινή (επανεξέταση 7/11) τίποτα δεν έχει τελειώσει.  Όλοι και όλες ξέρουμε ότι τα αφεντικά δεν έχουν τίποτα να μας χαρίσουν. Ούτε τις  Κυριακές, ούτε τους πετσοκομμένους μισθούς, ούτε την απλήρωτη εργασία, ούτε τις κλεμμένες υπερωρίες. Και φυσικά ούτε τις 7 Κυριακές οι οποίες είναι ακόμα σε ισχύ, με την 2α Νοέμβρη να αποτελεί σταθμό αφού έχει κηρυχθεί ημέρα Απεργίας, πάντα μετά από  πιέσεις των ίδιων των εργαζόμενων, του συντονιστικού και των σωματείων που συμμετέχουν. Όλοι-ες  ξέρουμε ότι ο  μόνος τρόπος να βάλουμε φρένο στις αδηφάγες ορέξεις τους είναι η αυτοοργάνωση και η αλληλεγγύη μεταξύ μας, η εμπιστοσύνη στους  αδιαμεσολάβητους αγώνες  και στον κόσμο που αγωνίζεται. Σίγουρα πάντως δεν είναι ο φόβος και η ηττοπάθεια, η μοιρολατρεία και το «όλοι εναντίων όλων». Χωρίς να ξεχνάμε ότι καμιά δικαστική αίθουσα δεν μπορεί να υποκαταστήσει τη σημασία των πολύμορφων εργατικών αρνήσεων, πως καμιά απόφαση δεν μπορεί να εγγυηθεί τα συμφέροντα μας καλύτερα από την μαχητικότητα μας. Και όσον αφορά τις απειλές  για απόλυση από τα αφεντικά και τα τσιράκια τους σε όσους απεργούν, εμείς ξέρουμε ότι  ως αναλώσιμους μας αντιμετώπιζαν πάντα. Βασικός τους σχεδιασμός ήταν, είναι και θα είναι η πλήρης απαξίωση της εργασίας, με στρατιές  απελπισμένων που θα παρακαλάνε για μία θέση εργασίας  με όλο και χειρότερους όρους. Στην ουσία αυτό που σχεδιάζεται είναι η πλήρης απαξίωση της ίδιας της ζωής μας. Αλλά αυτό δεν θα το αφήσουμε να γίνει, ότι μέσο και αν χρειαστεί να χρησιμοποιήσουμε...


εργάτες/τριες από το χώρο του βιβλίου
εφημερίδα τοίχου "ο βιβλιοφρικάριος"

Παρασκευή, 17 Οκτωβρίου 2014

ΤΟ «ΔΙΚΙΟ ΤΟΥ ΕΡΓΑΤΗ» ΕΠΑΦΙΕΤΑΙ ΣΤΗΝ ΤΑΞΙΚΗ ΤΟΥ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ



Άρθρο στην Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία (12/10) αναφερόταν στις αποφάσεις των δικαστηρίων που αφορούν προσφυγές εργοδοτών κατά απεργιών και οι οποίες από το 2009 είναι συντριπτικά κατά των απεργών. Συγκεκριμένα από τις 285 προσφυγές έως τον περασμένο Σεπτέμβριο οι 249 έγιναν αποδεκτές με τις απεργίες να κηρύσσονται παράνομες και καταχρηστικές. Η αρχική σκέψη κολύμπησε στα νερά του κυνισμού:” Μπα; Υπήρξαν δηλαδή και 36 «νόμιμες» απεργίες;” Στη συνέχεια του άρθρου όμως, που αφορούσε μια τυπική εσωτερική έρευνα του προέδρου πρωτοδικών, υπήρχε ένα ενδιαφέρον σχόλιο του τελευταίου γύρω από τα αποτελέσματα της. Συμπερασματικά λοιπόν ο δικαστικός λειτουργός,  λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι η συντριπτική πλειοψηφία των αρνητικών αποφάσεων αφορούσε τυπικούς λόγους (μη επαρκής χρόνος προειδοποίησης, έλλειψη προσωπικού ασφαλείας κτλ.), καταλήγει στο συμπέρασμα ότι τα συνδικάτα παρότι γνώριζαν την πιθανή εξέλιξη εν τούτοις προχωρούσαν στην κήρυξη των απεργιών για λόγους «εσωτερικής κατανάλωσης».
 Με μια πρώτη ανάγνωση ο κύριος πρόεδρος παραβιάζει ανοιχτές πόρτες. Δεν μας ενδιαφέρει όμως να μιλήσουμε για βρώμικα συνδικαλιστικά παιχνίδια. Το γεγονός ότι οι αποφάσεις αυτές γίνονται αποδεκτές  και νομιμοποιούνται μέσω της εφαρμογής τους αποτελεί ένα ακόμα δείγμα της αγωνιστικής ύφεσης που χαρακτηρίζει την εποχή μας, όπως η ευκολία με την οποία αφήσαμε το πιο υποβαθμισμένο κομμάτι της τάξης μας να εγκλειστεί σε στρατόπεδα συγκέντρωσης. Μπορεί η εργατική νομοθεσία να αποτέλεσε κατάκτηση σε εποχές δυναμικών διεκδικήσεων, ποτέ όμως δεν έπαψε να είναι (και ήταν από την πρώτη στιγμή) η καλύτερη μέθοδος ώστε το «νόμος είναι το δίκιο του εργάτη» να μετατραπεί από επιδίωξη σε σύνθημα, από πεποίθηση σε ξεσπάθωμα. Ήταν ένα κρίσιμο στάδιο στη γενικότερη μετατροπή της τάξης μας (και των αγώνων της) σε σκυλί που γαβγίζει, αλλά δεν δαγκώνει.
Μάθαμε στη δικαστική διευθέτηση των διαφορών μας με τους εργοδότες με τη μεσολάβηση θεσμικών οργάνων, χωρίς να νοιαστούμε να περισώσουμε μέσα και πρακτικές που «ανάγκασαν» κράτος και κεφάλαιο να μηχανευτούν αυτούς τους θεσμούς. Συμβάλλαμε στη δημιουργία ενός νέου κλάδου ειδικευμένων επαγγελματιών (εργατολόγοι) οι οποίοι πλουτίζουν από την ευπιστία μας και την αφέλεια μας να θεωρούμε πως οι «κατακτήσεις» και τα «συνταγματικά δικαιώματα» είναι κάστρα απόρθητα, ικανά από μόνα τους να αναχαιτίσουν τις ορέξεις των αφεντικών και της τάξης τους. Όντως το κατάφερναν για όσο διάστημα η συσσώρευση των αφεντικών εξυπηρετούνταν από ένα μοντέλο συναίνεσης βασισμένο στην κατανάλωση και την ευδαιμονία των υπηκόων, για όσο διάστημα η τακτική του ταξικού συμβιβασμού κρινόταν απαραίτητη. Η επιτυχία της στρατηγικής αυτής φάνηκε ακριβώς από το γεγονός ότι δεν ήταν κανείς πρόθυμος να οπλιστεί όταν τα κάστρα άρχισαν να πολιορκούνται και να καταρρέουν μέσα από τις διαδικασίες «αλλαγής παραδείγματος».
Η τάξη μας δυστυχώς πολλά χρόνια πριν «αποφάσισε» ότι προτιμά την εγγυημένη μισθωτή δουλεία από την περιπέτεια της επιβολής ενός δικού της παραδείγματος. Ίσως να έφταιγε και η επιθυμία για μια περίοδο ειρήνης μετά από δύο παγκόσμιους πολέμους. Μόνο που έγινε τόσο νωθρή και παραδόθηκε τόσο πολύ στη λήθη που όταν οι εγγυήσεις που της δόθηκαν αναιρούνται, δεν έχει πλέον στη φαρέτρα της τίποτα από τα όπλα και τα «κόλπα» του παλιού καιρού. Ακόμα και η ριμάδα επίγνωση ότι αποτελούμε μια τάξη και μάλιστα απαραίτητη δεν επιφέρει και μια αντίστοιχη πραγματική τόνωση των συλλογικών προταγμάτων, ούτε καν του ταξικού ανταγωνισμού. Αφού μάθαμε να θέλουμε απλώς τη δουλίτσα μας και να έχουμε το κεφάλι μας ήσυχο, αφού δεν μας πείραξε που υποθηκεύαμε εκατοντάδες ή/και χιλιάδες ώρες μελλοντικής εργασίας για να καλύψουμε - μέσω τραπεζικού δανεισμού - όσα θα έπρεπε να διεκδικούμε στο μισθό μας, αφού δεν μας ενοχλούσαν τα «συνδικαλιστικά ρετιρέ» μιας και η «δουλειά» κουτσά - στραβά γινότανε, είναι λογικό να μας φταίνε οι ανάξιοι πολιτικοί και οι άρπαγες ξένοι δανειστές. Και όσο αυτό δεν αλλάζει, φυσικά και δεν θα προετοιμάζουμε την αντίσταση μας ενάντια σε κάθε μορφή που παίρνουν τα συμφέροντα των αφεντικών, είτε φορούν τον μανδύα κάποιας νομιμότητας είτε όχι, πόσο μάλλον την ταξική μας αντεπίθεση.
Φυσικά δεν είναι εύκολο να αποδομηθούν πεποιθήσεις και συμπεριφορές που κτίστηκαν εδώ και μισό αιώνα. Οπωσδήποτε είναι δύσκολο να ανασυρθούν διδάγματα ακόμα και πρόσφατων περιόδων έντονου ταξικού/κοινωνικού ανταγωνισμού (όπως τα χρόνια του ’70 στην Ιταλία για παράδειγμα, πως προχώρησε η κλιμάκωση του ανταγωνισμού , που χώλαινε και που απέτυχαν οι επιλογές μορφών οργάνωσης και μέσων πάλης) κάτω από τόνους λάσπης «αντικειμενικής» εξιστόρησης και επιστημονικών αναλύσεων. Δεν είναι όμως και τόσο δύσκολο να ξαναπιάσουμε τα βασικά: η μισθωτή εργασία δεν είναι δικαίωμα αλλά διαρκής εκβιασμός και εκμετάλλευση των αναγκών μας, μπορεί να μην μισούμε το αφεντικό μας  αλλά δεν παύει να είναι αυτός/η που κερδίζει από αυτή την συνθήκη.
Καλή αρχή σε όλους μας…

Σάββατο, 14 Ιουνίου 2014

Τρίτη, 3 Ιουνίου 2014