Πέμπτη, 4 Οκτωβρίου 2012

ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΠΕΡΓΙΑ ΣΤΙΣ 26 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ



Η απεργία της 26ης Σεπτεμβρίου, η πρώτη μετά από μακρά σιωπή, ήταν αναμενόμενο να λειτουργήσει ως διαγνωστικό κριτήριο για τις προσδοκίες της τάξης μας, για τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται και αξιολογεί τα ερεθίσματα, για τις αντιλήψεις που κυοφορούνται στο εσωτερικό της και τις συμπεριφορές που εκβάλλουν κοινωνικά. Τελικά όμως φαίνεται ότι αντί να θέσει ερωτήματα στο κυριαρχικό στρατόπεδο αυξάνοντας την εντροπία του, τα μετέστρεψε στον εαυτό της, εγκλωβισμένη σε μια διογκούμενη απορία.   Αυτό τουλάχιστον καταλάβαμε εμείς από τη συμμετοχή μας στην απεργιακή συγκέντρωση και πορεία προς το Υπουργείο Οικονομικών. Μετά από δύο μνημόνια, ισάριθμους προσαρμοστικούς νόμους και με μια νέα δέσμη μέτρων στον ορίζοντα, περίπου 80.000 εργαζόμενοι και άνεργοι περιφέραμε στους δρόμους ένα ερώτημα: «και τώρα, τι;». Σε αυτό το ερώτημα πιστεύουμε ότι αντανακλάται τόσο η απουσία χιλιάδων ακόμα κακοπληρωμένων και απλήρωτων εργαζομένων και ανέργων, όσο και η  κάπως άνευρη παρουσία των πορευόμενων. Η αλήθεια είναι ότι οι αποσπασματικές 24ωρες απεργίες των ΓΣΕΕ/ΑΔΕΔΥ δεν συμβάλουν στη διαμόρφωση αγωνιστικής διάθεσης. Αντίθετα λειαίνουν το έδαφος για την απογοήτευση (έστω και ασυνείδητα), προσιδιάζοντας  περισσότερο σε μια επίκληση για αυτόματη νεκρανάσταση του κοινωνικού κράτους.

Οι κατακτήσεις που κερδίζονταν, λοιπόν, συμβάδιζαν με την ενσωμάτωση της τάξης μας στη σφαίρα της κατανάλωσης. Σταδιακά οι αγώνες για καλύτερα μετατράπηκαν σε αγώνες για περισσότερα. Η μάχη για επανάκτηση της αξιοπρέπειας μακριά από μισθωτούς εκβιασμούς, για εργατικό έλεγχο της παραγωγής και οργάνωση της εργασίας για την εξυπηρέτηση των κοινωνικών αναγκών, υποκαταστάθηκε από διεκδικήσεις μεγαλύτερης συμμετοχής στη νομή των πλεονασμάτων. Μόνο που αυτές οι διεκδικήσεις σέβονται το ιδιοκτησιακό καθεστώς των εργασιακών χώρων και την εργοδοτική απαίτηση για κερδοφορία, ενώ αφήνουν εκτός ατζέντας οποιαδήποτε κριτική στην υφιστάμενη κοινωνική δομή και το πολιτειακό σύστημα που ευνοούν την αναπαραγωγή του υπάρχοντος μοντέλου οργάνωσης της εργασίας. Πάψαμε λοιπόν να είμαστε επικίνδυνοι για την τάξη και τα συμφέροντα των αφεντικών. Γίναμε άτυπα συνεργάτες, συνδέσαμε τα συμφέροντα μας με τα δικά τους και δεν μας ένοιαζε που γινόταν όλο και πιο ασφυκτική η εξάρτηση της επιβίωσης από τη μισθωτή εργασία. Ακόμα χειρότερα, αρχίσαμε να πιστεύουμε ότι η σταθερή εργασία με τα «οφέλη της», οι αυξήσεις των μισθών, οι αξιοπρεπείς συντάξεις, οι επιδοτούμενες και δωρεάν υπηρεσίες και οι προνοιακές πολιτικές αποτελούν αναπόσπαστα χαρακτηριστικά της αστικής δημοκρατίας και αναφαίρετα δικαιώματά μας. Τώρα όμως που η διεθνής τάση συγκλίνει στη μείωση της παραγωγής και οι μεγάλες πολυεθνικές επιχειρήσεις επιβραβεύονται με αύξηση της τιμής των μετοχών τους όταν ανακοινώνουν περικοπές χιλιάδων θέσεων εργασίας, εμείς (εργαζόμενοι και άνεργοι) θεωρούμαστε ελαττωματικά εξαρτήματα, υπερβολικά έξοδα που επιβραδύνουν την οικονομική μεγέθυνση. Οι πλούσιοι δεν έχουν πλέον λόγο (και φόβο) να συμβάλουν στη μείωση του κόστους ζωής. Έτσι αφεντικά και κράτος μας στέλνουν τώρα το λογαριασμό των επιχειρηματικών τους ρίσκων και των κυβερνητικών τους επιλογών μόνο που εμείς, ως καλοί καταναλωτές, αναζητούμε το κυτίο παραπόνων!
Είναι γεγονός πως η απεργία αυτή, η συμμετοχή στην πορεία και η εξέλιξη της, δεν μας έκαναν σοφότερους. Φάνηκε όμως και πάλι πόσο καλά δούλεψαν τις περασμένες δεκαετίες οι μηχανισμοί ενσωμάτωσης και οι διαστρεβλωτικές αφηγήσεις τους. Η λήθη των πρώιμων αγώνων και των προταγμάτων της τάξης μας, ο ενστερνισμός των πειθαρχικών εντολών που ενυπάρχουν κρυφά στα συμπεριφορικά πρότυπα των καταναλωτικών κοινωνιών, ο αριβισμός και ο ατομισμός που αντικατέστησαν την κοινωνική αλληλεγγύη και την αίσθηση κοινότητας δεν γίνεται παρά να οδηγούν σε σαστίσματα και αμφιβολίες. Η οργή καταβυθίζεται σε μια θάλασσα φόβων και ανασφάλειας όσο δυσκολευόμαστε να αποσυνδέσουμε τα δικά μας συμφέροντα από αυτά των εργοδοτών μας, όσο τους συμπονούμε που βρέθηκαν στη δίνη της καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης και δεν θέλουμε να δημιουργήσουμε επιπλέον προβλήματα. Έτσι περιφέρουμε απλώς τις αγωνίες μας αμπαλαρισμένες με συνθήματα για κοινωνικές εκρήξεις και εξεγέρσεις, βρίζοντας όμως τους φορείς απείθαρχων συμπεριφορών. Επιζητούμε την αυτόματη αποκατάσταση των εισοδημάτων και της ζωής μας χωρίς να ταλαιπωρηθούμε και πολύ. Αναζητούμε ηγέτες που θα αποκαταστήσουν άμεσα τα εισοδήματα και τα δικαιώματα μας χωρίς κόπο από την πλευρά μας και κομματικές οργανώσεις που θα προσφέρουν ασφάλεια στους αγώνες μας. Κάπως έτσι η ειρηνική εξέλιξη της απεργιακής πορείας επιβραβεύτηκε με την ανακοίνωση της σκληρής δέσμης μέτρων την αμέσως επόμενη μέρα, ενώ οι υποχωρήσεις μας -υπό το φόβο της ανεργίας- εγκαθιστούν έναν φαύλο κύκλο ακόμα μεγαλύτερου φόβου και νέων υποχωρήσεων.
Ευτυχώς δεν υπάρχουν ημερομηνίες ορόσημα, ούτε αναμένεται μια επική μάχη του καλού με το κακό που θα κρίνει τα πάντα. Αν δεν αρχίσουμε όμως να σκεφτόμαστε έστω την πιθανότητα να βαδίσουμε σε διαφορετικά μονοπάτια, αν δεν είμαστε διατεθειμένοι να αναζητήσουμε τα συνεκτικά στοιχεία και την ιστορία της τάξης μας και άλλους τρόπους οργάνωσης της ζωής, αν δεν είμαστε έτοιμοι να επιλέξουμε στρατόπεδο και να ξεχωρίσουμε αυτούς που μπορούν να είναι μαζί μας, τότε μπροστά μας είναι μόνο η παραίτηση. Αν δεν σπάσουμε τις αλυσίδες του μυαλού μας και δεν αμφισβητήσουμε τους μονόδρομους που μας εμφανίζουν δε θα καταλάβουμε ποτέ ότι τα χέρια μας είναι ελεύθερα και δυνατά.