Σάββατο, 26 Νοεμβρίου 2011

ΓΙΑ ΤΗΝ ΟΡΚΟΜΩΣΙΑ ΤΗΣ ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΑΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ

Το χιτσκοκικό θρίλερ με τις διαφωνίες γύρω από τη στελέχωση της κυβέρνησης εθνικής συνεννόησης ( ή όπως αλλιώς θέλετε να την πείτε) τελικά μετατράπηκε σε παρωδία κονκλαβίου. Habemus Papam και προχωράμε, με ολίγη από θεσμική εκτροπή επενδυμένη με μπόλικη εθνική αναγκαιότητα, όπως συμβαίνει πάντα σε αυτές τις εκτροπές. Οι δημοκρατίες ως γνωστόν δεν έχουν αδιέξοδα. Άπαξ και η εθνική αστική τάξη συνεννοηθεί απλά ασφαλτοστρώνουν προς την πιο βολική κατεύθυνση. Κανένας σεβασμός για το τοπίο… ο κυρίαρχος λαός μπορεί να περιμένει τη σειρά του. Επιπλέον η τοποθέτηση ενός πρώην θεσμικού μεγαλοτραπεζίτη στον πρωθυπουργικό θώκο παράγει έναν ισχυρό συμβολισμό που δεν αφήνει πολλά περιθώρια αμφισημίας• οι κοινωνίες του αναπτυγμένου κόσμου θα πρέπει να πειθαρχούν στις απαιτήσεις των αγορών.

Η κυβέρνηση εθνικής ενότητας (αν προτιμάτε) έρχεται να προσθέσει ακόμα μια φράση στον εξουσιαστικό μονόλογο περί έκτακτης ανάγκης, μέσω της οποίας επιχειρείται η διαμόρφωση μιας κατάστασης διαρκούς εξαίρεσης όπου τα πάντα δικαιολογούνται, υπό το βάρος της συνδυασμένης επίκλησης εθνικού συμφέροντος και φόβου. Κατά κάποιον τρόπο είναι ταυτόχρονα αποτέλεσμα και επιχείρημα για την επιβεβαίωση αυτής της έκτακτης ανάγκης, εν μέσω κινδυνολογιών για τις πιθανές επιπτώσεις αποτυχίας της. Η χρήση του φόβου βέβαια δεν είναι καινοφανές εργαλείο στην ιστορία του αστικοδημακρατικού πολιτεύματος. Η καταφανής όμως επιδίωξη να υποδαυλιστεί ως το βαθμό που η επίκληση του και μόνο να νομιμοποιεί την περιστολή ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων, είναι σημείο των καιρών. Στη συντήρηση αυτού του κλίματος διάχυτης ανασφάλειας σημαντική είναι η συμβολή των ιδιόκτητων και κρατικοδίαιτων μέσων ενημέρωσης, αλλά και κάθε άλλου πομπού του κυριαρχικού λόγου.


Οι κοινωνικές αναταράξεις δεν γίνεται να αντιμετωπιστούν μόνο με κατασταλτικές μεθόδους, καθώς μια τέτοια απάντηση θα οδηγούσε σε περαιτέρω απονομιμοποίηση του εκάστοτε κυριαρχικού σχήματος. Οι ιδεολογικοί μηχανισμοί προβαίνουν συνεχώς σε διαπραγμάτευση ορισμών, εννοιών και εξαγόμενων της κρίσης, με στόχο να κρατηθεί το δίπολο καπιταλισμός – αστική δημοκρατία μακριά από το επίκεντρο της κοινωνικής δυσαρέσκειας. Στο πλαίσιο αυτό ο κυριαρχικός λόγος επαναδιατυπώνει και επανερμηνεύει προτάγματα και συμπεριφορές, επιδιώκοντας την «απονομιμοποίηση» τους μέσα σε ένα πέπλο σύγχυσης. Επιπλέον όμως ο κυριαρχικός – μηντιακός λόγος διαρκώς ανασυγκροτείται ώστε να συμπεριλαμβάνει, ως το βαθμό που του επιτρέπεται, αφομοιώνοντας και απονευρώνοντας ακόμα και ό,τι του αντιτίθεται. Χαρακτηριστικό παράδειγμα το «κίνημα των αγανακτισμένων» τα εθνοκεντρικά, διαταξικά, απολίτικα και ειρηνικά χαρακτηριστικά του οποίου λάτρεψαν τα media, σιγοντάροντας ακόμα και τις αντικοινοβουλευτικές αναφορές του, με την (φρούδα ευτυχώς) ελπίδα να αποτελέσει καθολικό μοντέλο έκφρασης της δυσαρέσκειας. 

Κατά παρόμοιο τρόπο το αίτημα ανατροπής της «κυβέρνησης του μνημονίου», διατυπωμένο από ένα ευρύ φάσμα συλλογικών και ατομικών οντοτήτων, εγκολπώθηκε από τους ίδιους μηχανισμούς, με την ελπίδα εικάζουμε να εγκλωβιστεί και να αποσυμπιεστεί - κατά το δυνατόν ελεγχόμενα - η διάχυτη δυσαρέσκεια. Από τη στιγμή λοιπόν που φάνηκε πως η ευστάθεια του πολιτειακού συστήματος επιβάλλει τη θυσία της «βασίλισσας», ο συστημικός λόγος ανέλαβε να προωθήσει την «εθνική απαίτηση» για υπεύθυνη στάση στη σκακιέρα και πλέον δε χαρίζεται ούτε στο «πτώμα» της, επιδιώκοντας τη διάχυση ενός ψευδεπίγραφου αισθήματος δικαίωσης.

Παρόλα αυτά σε καμία περίπτωση δεν μπορεί κανείς να ισχυριστεί ότι το κυριαρχικό παραμύθι έχει πείσει. Φαίνεται εξάλλου και από την αγωνία των ιδεολογικών μηχανισμών να παρουσιάσουν την κυβέρνηση Παπαδήμου με θετικό πρόσημο. Παρόλα αυτά το κυβερνητικό μέτωπο κάθε άλλο παρά αρραγές εμφανίζεται και δεν μένει παρά να δοκιμαστεί η βούληση και το σθένος στην επιτάχυνση των μεταρρυθμίσεων και κυρίως στη άμεση εφαρμογής τους. Η πρωθυπουργία ενός «τεχνοκράτη», απαλλαγμένου από το βραχνά του πολιτικού κόστους, δύσκολα θα μπορέσει να λειτουργήσει ως κολυμβήθρα του Σιλωάμ στο όνομα της εθνικής ανάγκης. Ίσως για αυτό ορισμένοι έγκριτοι τηλεσχολιαστές έσπευσαν να δηλώσουν τον προβληματισμό τους για τη δυνατότητα της κυβέρνησης να διαχειριστεί ημερομηνίες – γεγονότα όπως η 17η Νοεμβρίου και η 6η Δεκεμβρίου¹. Υποθέτουμε πως ανησυχούν ακόμα περισσότερο για την «σιδηρά πυγμή» της νέας κυβέρνησης έναντι αντιδράσεων κατά την εφαρμογή κρίσιμων μέτρων όπως π.χ. οι αποκρατικοποιήσεις.

Είναι πιθανό η παραίτηση του προηγούμενου πρωθυπουργού, που ήταν σε ένα βαθμό η συνισταμένη της κοινωνικής πίεσης και σωρείας λάθος χειρισμών, να τονώσει την κοινωνική αυτοπεποίθηση περιπλέκοντας τα πράγματα για τους κοινωνικούς χειραγωγούς. Από την άλλη την 30η Ιανουαρίου του 1933 ο τότε καγκελάριος της Γερμανίας στρατηγός Χίντεμπουργκ, σωματικά και ψυχικά καταβεβλημένος, εν μέσω μεγάλης κοινωνικής και οικονομικής κρίσης, παρέδωσε την καγκελαρία στον κυριότερο υπονομευτή του Αδόλφο Χίτλερ, για να οδηγήσει τη χώρα στην ομαλότητα², υπογράφοντας τη θανατική καταδίκη της -  ούτως ή άλλως παραπαίουσας σε ένα όργιο παρακρατικής και κρατικής βίας – Δημοκρατίας της Βαϊμάρης.

Βέβαια οι αναλογίες με το σήμερα δεν θεωρούμε ότι καθιστούν εφικτό έναν ακραίο εκφασισμό της πολιτικής σκηνής. Όσο και αν εύχεται ο Καρατζαφέρης για απανωτές καραμπόλες πιστεύουμε ότι υπάρχουν τα απαραίτητα αντανακλαστικά ώστε να μην επιτραπεί στην ιστορία να ξεδιπλώσει την φάρσα της ανεξέλεγκτα. Η αίσθηση μας όμως είναι πως όσο ο αντίλογος παραμένει εγκλωβισμένος σε μια λογική προσφοράς εύπεπτων πολιτικών «αντικυβερνητικών» προταγμάτων, χωρίς να επιχειρείται η κριτική αποδόμηση των μύθων και των υποσχέσεων του καπιταλισμού και της αστικής δημοκρατίας, οι κυριαρχικοί μηχανισμοί θα έχουν βάσιμες ελπίδες απορρόφησης των κραδασμών.

¹ ενδιαφέρουσες απόψεις για την απόπειρα κατασκευής και επαναδιατύπωσης του «Δεκέμβρη» ως επετειακού γεγονότος στο blog: crimevssocialcontrol

²Διορισμός του Χίτλερ και πολιτικό τέλος του Χίντεμπουργκ

Στις 30 Ιανουαρίου 1933 ο 85χρονος πρόεδρος Χίντεμπουργκ κάλεσε τον Χίτλερ να αναλάβει την καγκελαρία. Παρόλο που αντιπαθούσε τον ίδιο τον Χίτλερ, μπήκε όλο και περισσότερο στη σφαίρα της επιρροής των εθνικοσοσιαλιστών. Έτσι με αφορμή τον εμπρησμό του Ράιχσταγκ ο Χίντεμπουργκ πείσθηκε να συμφωνήσει σε αναγκαστικό διάταγμα βάσει του οποίου α facto εξουσιοδοτούσε τον Χίτλερ να καταργήσει τα κυριότερα πολιτικά δικαιώματα των πολιτών. Το αναγκαστικό διάταγμα, όμως, ίσχυε, βάσει του συντάγματος, μόνο επί περιορισμένο χρονικό διάστημα.
Το σύνταγμα, όμως, προέβλεπε, για τις κρίσιμες περιπτώσεις, τον «Εξουσιοδοτικό νόμο» (Ermächtigungsgesetz). Ο νόμος αυτός παραχωρούσε όλη την νομοθετική εξουσία στην κυβέρνηση, ανεξάρτητα από την βουλή και τον πρόεδρο. Για ενεργοποίηση του νόμου αυτού, ο Χίτλερ χρειαζόταν την υποστήριξη τουλάχιστον των δύο τρίτων της βουλής, την οποία εξασφάλισε με την κατάχρηση της προσωρινής πολιτικής του δύναμης, που του είχε δοθεί μέσω του αναγκαστικού διατάγματος του Χίντεμπουργκ (εξουδετερώνοντας, δηλαδή, σοσιαλδημοκράτες και κομμουνιστές βουλευτές). Έτσι, στις 24 Μαρτίου 1933 το Ράιχσταγκ αποφάσισε, με βάση τον εξουσιοδοτικό νόμο, την παραχώρηση όλης της νομοθετικής εξουσίας στην χιτλερική κυβέρνηση.