Πέμπτη, 16 Ιανουαρίου 2014

ΟΙ ΛΕΥΚΕΣ ΝΥΧΤΕΣ ΤΟΥΣ ΜΑΣ ΞΗΜΕΡΩΝΟΥΝ ΜΑΥΡΕΣ ΜΕΡΕΣ



Κατηφόρισε εν τέλει και στο κέντρο της Αθήνας το καταναλωτικό πανηγύρι που λέγεται «λευκή νύχτα». Και λέμε κατηφόρισε γιατί η πρώτη φορά που εφαρμόστηκε ήταν στις 29/6, ημέρα Σάββατο στο δήμο Ιλίου. Εκείνο το βράδυ, με πρωτοβουλία του τοπικού πασοκοδήμαρχου, το κέντρο της πόλης «γέμισε με εκδηλώσεις και δρώμενα» ενώ τα 500 εμπορικά καταστήματα έμειναν ανοιχτά μέχρι τις 5 το πρωί. Η επιτυχία του εγχειρήματος μάλιστα ήταν τέτοια  που πολλοί πήγαν από γειτονικούς δήμους να ζήσουν τη φιέστα.
Το έδαφος λοιπόν είχε προετοιμαστεί από καιρό για να κατέβει η φιέστα και downtown! Και ποιά θα μπορούσε να είναι η καλύτερη περίοδος από αυτή των Χριστουγέννων. Οι διαθέσεις είχαν διαφανεί νωρίτερα με την πίεση από διάφορους κύκλους, να ανοίξουν τα καταστήματα και 3η Κυριακή μέσα στο Δεκέμβρη. Επειδή όμως η επιβολή της νομιμότητας πάντα έχει και στρατηγική, ο φρεσκοψηφισμένος νόμος που επιτρέπει το άνοιγμα των καταστημάτων για 7 Κυριακές το χρόνο με 2 από αυτές να προβλέπονται για Δεκέμβρη, δεν μπορούσε να καταπατηθεί όντας υγρό ακόμα το μελάνι με το οποίο γράφτηκε. «Αφού δεν μπορούμε Κυριακή, δεν διπλασιάζουμε το Σάββατο;» σκέφτηκε η τιμημένη τάξη των εμπόρων. Και το σχέδιο μπήκε μπροστά.

Βέβαια μια τέτοια κίνηση δεν θα είχε καμία αίγλη αν δεν αποκτούσε και κάποιο περιτύλιγμα. Αλλιώς θα φαινόταν σαν καταπάτηση του ωραρίου για τους εργαζόμενους στο εμπόριο, πράγμα που ποτέ δεν κάνουν τα αφεντικά των εμπορικών καταστημάτων! Κάπου εδώ, λοιπόν, ανέλαβε δράση ο πρώην συνήγορος του πολίτη και νυν των αφεντικών, δήμαρχος Καμίνης. Κήρυξε το κέντρο σε κατάσταση «εορταστικού καθεστώτος» οπότε επιβαλλόταν να ανοίξουν και τα μαγαζιά. Το υπουργείο Εργασίας, μακριά από γραφειοκρατίες και αγκυλώσεις, έδωσε άμεσα τη δυνατότητα στα μαγαζιά να στείλουν ηλεκτρονικά καταστάσεις με τους υπαλλήλους που θα δέσμευαν για εκείνες τις ώρες. Είπαμε, η νομιμότητα πάνω από όλα...
Αυτό είναι το σκηνικό λοιπόν που στήθηκε προκειμένου να περάσει από την πίσω πόρτα μια επιδίωξη των αφεντικών, εσωτερικού και εξωτερικού, που δεν είναι άλλη από αυτό που πολύ απλά ονομάζουν «άρση των περιορισμών» στο ελεύθερο εμπόριο. Μια κίνηση στην οποία είναι χρήσιμο να σταθούμε λίγο και να ρίξουμε μια ποιο αναλυτική ματιά. Γιατί αυτή η προσπάθεια για την ανάδειξη του εμπορικού σκοπού σε βασικό πόλο ανάπτυξης μέσα στην κρίση, δεν αφορά απλά το ωράριο των εργαζομένων, αλλά είναι μια ολοκληρωτική κουλτούρα  και ως τέτοια πρέπει να αντιμετωπιστεί. Μια κουλτούρα που είναι δομική του συστήματος μέσα στο οποίο έχουμε την ατυχία να ζούμε και που αναδεικνύει σε απόλυτο σκοπό το κέρδος.
Η «λευκή νύχτα» λοιπόν δεν κάνει τίποτα άλλο από το να καμουφλάρει την επιδίωξη του κέρδους των επιχειρήσεων κάτω από ένα συνολικό πολιτισμικό προσωπείο. Όλο και περισσότερο η κατανάλωση και οι αριθμοί γίνονται το απόλυτο πρόταγμα σε μια κοινωνία που δεν εννοεί ακόμα να κατανοήσει το τι είναι αυτό που της φταίει. Τίποτα από όλα αυτά βέβαια δεν θα γινόταν αν δεν υπήρχε αυτός ο "απόπατος" του Διαφωτισμού και του φιλελευθερισμού (βλ. καταρρέουσα μεσαία τάξη) που θυμάται τα δικαιώματά του μόνο όταν θέλει να χαζέψει βιτρίνες και να διασκεδάσει την προσωπική του ευμάρεια. Μια μεσαία τάξη βέβαια που τείνει να ξεχνά πως, παρά την περί του αντιθέτου προπαγάνδα, δεν αποτελεί ακριβώς αυτοτελή τάξη αλλά κομμάτι της εργατικής που κάποια στιγμή κατάφερε να εξασφαλίσει καλύτερους όρους επιβίωσης και έφτασε έτσι να ονειρεύεται κι άλλη άνοδο. Και με τα «όνειρά» της αυτά παρέχει το άλλοθι της ανοχής απέναντι σε διάφορες ευφάνταστες ιδέες που κατεβάζουν τα αφεντικά για να προωθούν την  κερδοφορία τους.
Ο τρόπος, λοιπόν, με τον οποίο πλασάρεται η «λευκή νύχτα», δεν επαναδιαπραγματεύεται τις εργασιακές μας σχέσεις μόνο, άντε και τον τρόπο που παράγουμε (υπερ)αξία για τα αφεντικά μας. Αντίθετα διεκδικεί τη δημιουργία ή, ακόμα καλύτερα, την εμπέδωση και επιβολή μιας συγκεκριμένης υπόστασης/ταυτότητας πάνω σε κάθε κοινωνικό ον. Και η ταυτότητα αυτή δεν είναι άλλη από αυτή του καταναλωτή, του οποίου το απόλυτο δικαίωμα στοιχειοθετείται με την ελεύθερη κίνησή του ανάμεσα στα εμπορεύματα.
Επί της ουσίας, όλη αυτή η άρση των περιορισμών στο ελεύθερο εμπόριο διεκδικεί να αναδείξει το εμπόριο σε απόλυτη δραστηριότητα και να καταστήσει την ουσία του, ουσία των πάντων. Να διεκδικείται δηλαδή η συνεχής επίτευξη του ατομικού κέρδους μέσω της συνεχούς και απόλυτης εμπορευματοποίησης των πάντων. Αλλά και αυτό ακόμα, η απόλυτη θεοποίηση του ανταγωνισμού, είναι μόνο μία πτυχή αφού φιέστες όπως η «λευκή νύχτα» επανοριοθετούν και τη σχέση όλων μας συνολικά με τον δημόσιο χώρο. Τώρα ο δημόσιος χώρος υπάρχει μόνο μέσω της εμπορευματικής σχέσης ή –ακόμα χειρότερα- μόνο ως εμπόρευμα. Και πίσω από αυτή τη σχέση, αναδεικνύεται και πάλι το μόνο όν που μπορεί να υφίσταται σε αυτό τον χώρο, τον ον-καταναλωτής.
Σε αυτή την πραγματικότητα ας μην ξεχνάμε πως χωράει πάντα και η διαδικασία εκτροπής της. Ομάδες εργατών θα μπορούσαν να επανακτήσουν το δημόσιο χαρακτήρα των εμπορευμάτων και του χώρου, εκμεταλλευόμενοι το χάος που παράγει η πολυκοσμία και απαλλοτριώνοντας κομμάτι των εμπορευμάτων. Μια κίνηση που καλό θα είναι να κρατηθεί ως παρακαταθήκη για το μέλλον και να ζητήσει τη συνεισφορά οποιασδήποτε άλλης ιδέας που θα μπορούσε να επιταχύνει την εκτροπή του εμπορευματικού εγχειρήματος.
Η συνεχής προσπάθεια να αναδειχθεί το υποκείμενο σε καταναλωτή είναι και μια ωραία προσπάθεια για να καλυφθεί η ταξική του σύνθεση και διαστρωμάτωση, αφού για να υπάρξει, προϋποθέτει την ύπαρξη ενός καινούργιου μέλους που έρχεται να προστεθεί στον πάτο της εργασιακής πυραμίδας και αυτό δεν είναι άλλο από τον εμποροϋπάλληλο. Αυτός  καλείται να συντονίσει την ζωή του με τους ρυθμούς του διαρκούς ωραρίου λειτουργίας του εμπορευματοποιημένου δημόσιου χώρου. Την ίδια ώρα βέβαια που και οι υπόλοιποι καταναλωτές δεν παύουν να έχουν μια ιδιότητα που τείνουν να ξεχνούν όλο και περισσότερο: αυτή του εργάτη/εργαζόμενου.
Αντικρουόμενα συμφέροντα λοιπόν, εντός της τάξης μας; Από την άλλη, «πάντα δεν υπήρχαν;» θα αναρωτηθεί κάποιος. Πράγματι, οι αντιθέσεις δεν ήταν ποτέ μόνο ανάμεσα στις τάξεις αλλά πάντα μεταφέρονταν και στο εσωτερικό τους, ειδικά σε εποχές κρίσης και επομένως πόλωσης. Και όπως υπάρχουν ενδοκυριαρχικά αντικρουόμενα συμφέροντα, έτσι και μέσα στην εργατική τάξη υπάρχει σε μεγάλο βαθμό έλλειμμα συνείδησης που πολλές φορές προσπαθεί να διαμορφωθεί σε αντίληψη, δημιουργώντας ανομοιογένεια ανάμεσά μας, τουλάχιστον ως προς του σκοπούς που επιδιώκει ο καθένας μας ξεχωριστά. Αυτές οι αντιθέσεις είναι κομμάτια που οφείλουν να διερευνηθούν από το ανταγωνιστικό κίνημα για να παραχθεί και η απάντηση που οφείλεται να δοθεί σε αυτή την ολοκληρωτική επίθεση, αλλά και για να ξεκαθαρίσει «η ήρα από το στάρι» εντός της τάξης μας.
Συμπερασματικά ένας λόγος εστιασμένος μόνο στην επίταση των εργασιακών συνθηκών που ταυτόχρονα περνά επιφανειακά από όλα τα παραπάνω είναι καταδικασμένος σε αποτυχία. Γιατί δεν απαντά στην ολότητα που μας περιβάλει αλλά και γιατί δεν έχει την διεισδυτικότητα για να διατρήσει τη ρητορεία του μετώπου των αφεντικών από τη μια αλλά και τις αυταπάτες (στην καλύτερη περίπτωση) αυτών που ακόμα νομίζουν πως η ιστορία έχει τελειώσει και η έννοια του εργάτη είναι πλέον ξεπερασμένη κάτι που όχι απλά δεν ισχύει αλλά πλέον αποκτά ακόμα πιο βαθύ νόημα. Σε αυτή την έννοια οφείλουμε να εμβαθύνουμε ως σωματεία ή ως εργατικές συλλογικότητες, μακριά ωστόσο από αυταπάτες και υπεραπλουστεύσεις. Και η άρθρωση ενός τέτοιου λόγου είναι αυτή που θα μας βοηθήσει να παράξουμε πραγματικές και πειστικές προτάσεις και να απεγκλωβιστούμε από το αρχικό αν και απαραίτητο πρόταγμα της αντίστασης. Με αυτόν τον τρόπο θα μπορέσουμε να βγούμε από την θέση άμυνας και να μπούμε σε θέση επίθεσης. Αν θέλουμε να εξακολουθούμε να μιλάμε σε αυτιά και όχι να δίνουμε παραστάσεις...