Πέμπτη, 17 Οκτωβρίου 2013

"Από όπου και αν προέρχεται"; Οχι βέβαια.

Η δολοφονία του Παύλου Φύσσα στην Αμφιάλη επέφερε μια αλληλουχία γεγονότων που επιβεβαιώνουν τη ρήση ότι η ζωή ξεπερνάει ορισμένες φορές και την πιο ζωηρή φαντασία. Η επιχειρούμενη πολιτική “εκπαραθύρωση” της Χρυσής Αυγής έχει όλα τα στοιχεία ενός πολιτικού/αστυνομικού μυθιστορήματος. Κρατικοί μηχανισμοί που γνώριζαν αρκετά για τη μαφιόζικη και εγκληματική δράση της οργάνωσης – πολιτικού κόμματος, αποδεδειγμένες σχέσεις στοργής και άμεσης συνεργασίας με όλα τα κλιμάκια και τους βαθμούς των σωμάτων ασφαλείας (ή μήπως όχι κ. Δένδια;), κλοπές, προστασία (νταβατζηλίκι), υψηλή δημοτικότητα, παραπλανημένοι ψηφοφόροι και έκπληκτοι δημοσιογράφοι (ακόμα και ο Πρετεντέρης που σε παλαιότερη τηλεοπτική εκπομπή του είχε καλεσμένα όλα τα μπουμπούκια της ελληνικής ακροδεξιάς). Και μαζί με όλα αυτά η αθάνατη συνομωσιολογία της φυλής που εκτείνεται σε ένα απίστευτα μεγάλο εύρος.

Ας προσπαθήσουμε να δούμε τα γεγονότα λίγο πιο ψύχραιμα και από μια διαφορετική οπτική, ξεκινώντας από το γεγονός ότι οι αρμόδιες υπηρεσίες γνώριζαν και περίμεναν… Δυστυχώς το αίμα έπρεπε να είναι της σωστής εθνικότητας για να κινητοποιηθούν οι διωκτικές αρχές, αν και εκτιμούμε ότι αυτή η βραδυπορία οφείλεται περισσότερο στην αδυναμία στάθμισης των αντιδράσεων των συμπαθούντων. Γιατί οι ψηφοφόροι, ακολουθητές και χειροκροτητές του ακροδεξιού μορφώματος ουδέποτε εξαπατήθηκαν. Εκατοντάδες φορές ακούσαμε στους χώρους εργασίας μας τη φράση «θα ψηφίσω Χρυσή Αυγή για να τους ρίξει ένα χέρι ξύλο» και όσες φορές επιχειρήσαμε να μεταφέρουμε την κουβέντα σε παλαιότερες και σύγχρονες ανδραγαθίες των παλληκαράδων απέναντι σε έλληνες και μετανάστες, απλά πειστήκαμε για την έλλειψη ορίων και το αήττητο της ηλιθιότητας. Άπαντες γνώριζαν όμως ποιους ψηφίζουν/χειροκροτούν/επιβραβεύουν.
Έχουμε επισημάνει στο παρελθόν ότι η πολιτική της ποινικοποίησης της φτώχειας, ως κύρια στρατηγική για τη διαχείριση των συνεπειών της φτωχοποίησης μεγάλων τμημάτων του πληθυσμού, ασκεί συγκεκριμένες ψυχοκοινωνικές επιδράσεις, ωθώντας προς την συντηρητικοποίηση και τον εκφασισμό. Η προσπάθεια διαμόρφωσης ενός κανόνα που να δικαιολογεί εκ προοιμίου τον κοινωνικό αποκλεισμό όσων ήδη τον βιώνουν και όσων επίκειται να αποκλειστούν, συμβαδίζει με τη διαμόρφωση μιας κοινωνικής συνείδησης που να θεωρεί φυσιολογική την υπαγωγή των συνεπειών της φτώχειας και της δυστυχίας από τους προνοιακούς θεσμούς, στους αντίστοιχους του κοινωνικού ελέγχου, της καταστολής και του εγκλεισμού. Αναπόσπαστο κομμάτι αυτής της διαδικασίας είναι η στέρηση ενός επιλεγμένου κοινωνικού κομματιού, του πιο εξαθλιωμένου και του πιο αδύναμου (με την έννοια της δυνατότητας οργανωμένης διεκδίκησης), από τα δικαιώματα που ενέχει η ιδιότητα του πολίτη, μεταξύ των οποίων και αυτό ακόμα της «ταυτότητας».
 Όσοι/ες βρεθούν (και βρίσκονται) σε αυτή την κατάσταση είναι «απροσδιόριστοι» ή σαφώς προσδιορισμένοι ως «κοινωνικό βάρος». Το συγκεκριμένο κομμάτι του πληθυσμού αποτελεί όχημα για την εμπέδωση των νέων κοινωνικών μαθηματικών, σύμφωνα με τα οποία το κοινωνικό σύνολο είναι μικρότερο από το άθροισμα των επιμέρους μερών του. Μόνο όσοι μπορούν να ακολουθήσουν τους κανόνες, όπως να είναι καλοί καταναλωτές και να υπομένουν στωικά τις «ατυχίες», δικαιούνται κάτι από τα ελάχιστα προνόμια της κανονικότητας. Πρόκειται για μια απίστευτης έντασης βία που ασκείται από τους δημοκρατικούς θεσμούς (άρα δεν καταδικάζεται λόγω ιδιαίτερης προέλευσης;) και συμπυκνώνεται στο «σκάσε και ψόφα ήρεμα»! Αν συνυπολογίσουμε την επίσημη ρητορεία που συνόδευσε την αναγόρευση των μεταναστών σε πρώτους επιλαχόντες να αποκλειστούν,  διαπιστώνουμε ότι αυτή η βία είναι θέμα χρόνου να φυσικοποιηθεί, να γίνει ενσώματη σε βάρος των επιλεγμένων. Άλλωστε όσο περισσότερο η φιλοσοφία που διέπει τη θεσμική λειτουργία μετατοπίζεται προς τη χομπσιανή λογική που συμπυκνώνεται στη φράση «υπάκουσε και θα σε προστατέψω από έναν ενδεχόμενο βίαιο πρόωρο θάνατο», όσο το κράτος–φύλακας επιζητά τη νομιμοποίησή του πλαισιώνοντας τη λειτουργία του με χαρακτηριστικά πατέρα–αφέντη, τόσο περισσότερο ενεργοποιούνται τα πλέον πατριαρχικά στερεότυπα και τα αντίστοιχα συντηρητικά αντανακλαστικά, μεταξύ των οποίων η «λατρεία» της δύναμης και η μεγέθυνση της σημασίας της «τιμής».
Οι πρωταρχικώς προσδιορίζοντες την κοινή γνώμη (πολιτικοί και ειδικοί αναλυτές) ήδη από το 2009, με την «κρίση» να αχνοφέγγει, εισήγαγαν τη στρατηγική της «μηδενικής ανοχής στην εγκληματικότητα», συνοδευόμενη από την ηθική απαξίωση όσων αυτό το εργαλείο κοινωνικής/εργατικής εκπειθάρχησης θα έπρεπε να πλήξει, προς παραδειγματισμό των υπολοίπων. «Λαθρομετανάστες» υπαίτιοι για την υποβάθμιση των συνοικιών των αστικών κέντρων (μια εξαίσια αντιστροφή της κανονικής ροής  ή, τέλος πάντων, γιατί προτίμησαν την Κυψέλη και όχι την καταπράσινη Εκάλη;), «εισβολείς» στα σύνορα μας, από ημιθανείς απελπισμένους. Και να μην υπήρχε η γνωστή ακροδεξιά συμμορία, οι ίδιοι «υπεύθυνοι» θα έπρεπε να έχουν λάβει υπόψη τους το ενδεχόμενο «λατρευτικών/εξαγνιστικών» διωγμών των παρείσακτων. Και όντως, όχι μόνο το έλαβαν υπόψη τους, αλλά και επένδυσαν πάνω του, σε αγαστή συνεργασία με τους μαχαιροβγάλτες υπό το μανδύα επιτροπών κατοίκων. Η εξέλιξη της ιστορίας όμως, περιελάμβανε, εν τέλει, και τον εκτροχιασμό της…
Παρόλα αυτά οι δημοσιογραφικές αναζητήσεις των αιτιών της εκλογικής μεγέθυνσης του νεοφασιστικού μορφώματος είναι απαραίτητες, παρά την προφανή γελοιότητα όλων όσοι θεωρούν ότι κρύβονται επαρκώς πίσω από το δάχτυλο τους. Η Χρυσή Αυγή ως φυσική παρουσία του απόλυτου κακού έπαιξε το μαγικό αυλό για να οδηγήσει τους αγαθούς πρώην (;) υποστηρικτές της στην άβυσσο του νεοναζισμού. Αυτομάτως λοιπόν αυτοί οι τελευταίοι δικαιούνται το συγχωροχάρτι τους και μάλιστα χωρίς η απομάγευσή τους να επιβάλει και μια ενδελεχή αυτοκριτική. Άλλωστε τα φοβικά σύνδρομα και τα όποια ιδεολογήματα θρέφουν το μισανθρωπισμό και τον κοινωνικό κανιβαλισμό είναι πολύτιμα για την μετατροπή της ποινικής διαχείρισης της φτώχειας σε αυτονόητη αναγκαιότητα. Αρκεί η δουλειά να γίνεται νομότυπα, με την αρμόζουσα προσοχή και από τις εντεταλμένες υπηρεσίες. Οι κρατικές οντότητες νομιμοποιούνται μεταξύ των υπηκόων τους και μεταξύ των εταίρων τους, όταν μπορούν να επιβάλουν και να διατηρήσουν την τάξη στο εσωτερικό τους και να προασπίσουν την εδαφική τους ακεραιότητα. Σε αυτό το πλαίσιο η «εξάρθρωση» της Χρυσής Αυγής υπενθυμίζει στους υπηκόους ότι μόνο το κράτος και οι υπηρεσίες του μπορούν να εγγυηθούν τη δημόσια τάξη και την κοινωνική ειρήνη.
 Δεν είναι τυχαίο επίσης το γεγονός, ότι η τελική αποστροφή του λόγου, αυτών που κυρίως προσδιορίζουν την κοινή γνώμη, καταλήγει στην αξίωση της καταδίκης της βίας «από όπου και αν προέρχεται». Πέρα από τη διασφάλιση του μονοπωλίου της βίας, ο συμψηφισμός της μισαλλόδοξης φασιστικής/ρατσιστικής βίας με κάθε δυναμική προλεταριακή διεκδίκηση (από καταλήψεις χώρων εργασίας ως την παρεμπόδιση απόπλου των πλοίων) και με την αντίσταση ενάντια στις δυνάμεις καταστολής, ενάντια στα σκυλιά των αφεντικών δηλαδή, επιφέρει μια πολύ, μα πάρα πολύ χρήσιμη σύγχυση! Ουσιαστικά πρόκειται για ευθεία προβολή μιας συντηρητικής επιλογής στη δυτική (τότε) ιστοριογραφία, υπό το πρίσμα του ψυχρού πολέμου, η οποία στο όνομα των θυμάτων (γενικά και αόριστα) αξίωνε ένα πανανθρώπινο πασιφιστικό όραμα μέσα από την εξίσωση του οργανωμένου τρόμου των ναζιστικών στρατευμάτων κατοχής και των συνεργατών τους με της «ακρότητες» των αντιστασιακών οργανώσεων σε κάθε χώρα που υπήρξε οργανωμένη αντίσταση. Το βαθύτερο συμπέρασμα φυσικά αφορούσε (και είναι διαχρονικό) την ανάγκη υπεράσπισης της αστικής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας ως το δικαιότερο και εν τέλει ως το μόνο συμβατό με τις σύγχρονες ανθρώπινες ανάγκες πολίτευμα.
Με άλλα λόγια ήταν απαραίτητο μέσα από την επιστημονική εγκυρότητα να περιοριστεί σε πρώτη φάση η (ας την αποκαλέσουμε έτσι) αισθητική/συναισθηματική κοινωνική επιρροή της αριστεράς και ταυτόχρονα να γαλουχηθούν συνειδήσεις που θα αντιτίθενται στις «ακραίες φωνές» επιζητώντας τη σιγουριά και τη σταθερότητα του δημοκρατικού πολιτεύματος… Αυτής της μορφής διακυβέρνησης δηλαδή, που στοχεύει στην αναπαραγωγή των κοινωνικών συνθηκών που μας εξαναγκάζουν να πουλάμε την εργατική μας δύναμη για να επιζήσουμε. Κατά αντίστοιχο τρόπο η καταδίκη της βίας «από όπου και αν προέρχεται» με το διασταλτικό περιεχόμενο που αποκτά η έννοια της βίας, στοχεύει στο να αφαιρέσει από τη φαρέτρα των εργατικών/κοινωνικών αγώνων κάθε βέλος που θα μπορούσε να πλήξει καίρια τα κυρίαρχα ιδεολογήματα και τη σιωπή νεκροταφείου που τείνει να επιβληθεί ως κοινωνική ειρήνη. Η συγκεκριμένη ρητορεία συμπληρώνει  ιδανικά τις νουθεσίες περί νομιμότητας, καταλήγοντας στο «dura lex, sed lex» (σκληρός ο νόμος, αλλά νόμος), με απώτερο σκοπό την αδιαμαρτύρητη αποδοχή του «σκάσε και κολύμπα».
Υπό αυτό το πρίσμα η «εξάρθρωση» της ακροδεξιάς συμμορίας και οι δεσμεύσεις για απαλλαγή της αστυνομίας από τα ακροδεξιά βαρίδια (ασχέτως του τι πιστεύουμε) αποδεικνύει, κατά τη γνώμη μας, ότι κράτος και κεφάλαιο δεν θεωρούν πιθανό να βρεθούν σε αντιπαράθεση με μια μαχητική και αντιστοίχως οργανωμένη εργατική τάξη. Στην Ιταλία το 1923 ο φασισμός ήταν στρατηγική επιλογή της αστικής τάξης μετά τις καταλήψεις των εργοστασίων στο Τορίνο τρία χρόνια πριν. Αντίστοιχα στη Γερμανία η καγκελαρία παραδόθηκε στον Χίτλερ για να αντιμετωπιστεί μια μαχητικά οργανωμένη εργατική τάξη, που ήδη είχε προχωρήσει σε μια δυναμική εξέγερση και για να αποκρουστεί ο κίνδυνος που αντιπροσώπευε η αυξανόμενη δύναμη του κομμουνιστικού κόμματος. Με την οκτωβριανή επανάσταση να στοιχειώνει τα όνειρά τους, οι αντίστοιχες αστικές τάξεις εξέθρεψαν αυτό που μετά θα καταδίκαζαν ως απόλυτο κακό. Κατά πως φαίνεται όμως, εδώ δεν υπάρχει τέτοιος κίνδυνος, καθώς η ανεξάρτητη, μαχητικά οργανωμένη και διεκδικητική εργατική τάξη υπάρχει (προς το παρόν τουλάχιστον) μόνο ως επιθυμία. Έτσι ο θεσμικός αντιφασισμός βοηθάει στην εμπέδωση του κυρίαρχου λόγου περί ασφάλειας και δημόσιας τάξης. Άλλωστε το κράτος κάνει την ίδια δουλειά τηρώντας τα προσχήματα… και στρατόπεδα συγκέντρωσης έχουμε, και από μηδενική ανοχή καλά πάμε και σε λίγο θα αναπτύξουμε και τη βιομηχανία του σωφρονισμού, με ιδιωτικές εταιρίες που θα αναλάβουν τον έλεγχο όσων καταδικάζονται σε κατ’ οίκον περιορισμό φορώντας συσκευή ηλεκτρονικού εντοπισμού.
Η επίλυση των διαφορών μεταξύ κράτους και παρακράτους μπορεί να προσφέρει μια κάποια μικρή ικανοποίηση, σε καμία περίπτωση όμως δεν έχει κάτι παραπάνω να μας προσφέρει. Αντιθέτως μάλιστα, ο δημόσιος λόγος έχει ήδη αρχίσει να προλειαίνει το έδαφος για την αντιμετώπιση κάθε οργανωμένης αντισυναινετικής και εξωθεσμικής ενέργειας ως το αποτέλεσμα της δράσης εγκληματικών συμμοριών, με την εφαρμογή των αντίστοιχων νόμων. Η καταδίκη της βίας «από όπου και αν προέρχεται» (καραμέλα της συστημικής αριστεράς – πλην κόμματος που έχει τη δική του αστυνομία) δεν είναι μόνο μια ανιστόρητη απόπειρα κοινωνικής απονομιμοποίησης των πράξεων αντίστασης (και επίθεσης γιατί όχι;) στις επιταγές κράτους και κεφαλαίου, ούτε απλώς μια πρακτική προσανατολισμού των κοινωνικών αντιδράσεων προς ανώδυνα μονοπάτια. Αποτελεί μια οργανωμένη προσπάθεια εκφοβισμού της τάξης μας και των ευρύτερα αγωνιζόμενων κοινωνικών κομματιών, ένα μέσο διαμόρφωσης μιας δημόσιας ηθικής που θα δικαιολογεί την τιμωρία όσων δεν στρέφουν και το άλλο μάγουλο, μια απόπειρα προληπτικής καταστολής και ελέγχου που δεν πρέπει να στεφθεί με επιτυχία.

.