Δευτέρα, 17 Ιουνίου 2013

Το κλείσιμο της ερτ στο παζλ της υποτίμησης της εργασίας


Η αλήθεια είναι πως η κατάσταση που διαμορφώνεται γύρω από την Ε.Ρ.Τ. και τους εργαζομένους της μας δημιουργεί μια αμηχανία που είναι δύσκολο να ξεπεραστεί. Ο συγκεκριμένος οργανισμός ήταν συνεπής στο ρόλο του κοινωνικού χειραγωγού όσα χρόνια εξέπεμπε, αν και με σαφώς καλύτερο ύφος από το αντίστοιχο των ιδιωτικών μέσων. Επιπλέον όλοι γνωρίζουμε πως και αυτός ο οργανισμός, όπως και οι περισσότεροι δημόσιοι φορείς, λειτούργησε και ως μέσο ικανοποίησης ψηφοφόρων και προώθησης ημετέρων σε υψηλόβαθμες ή/και υψηλόμισθες θέσεις από τις εκάστοτε κυβερνήσεις. Δεν θα σταθούμε στο περιεχόμενο των κυβερνητικών λογυδρίων για τις σπατάλες και την αδιαφάνεια, λες και συνέβησαν εν αγνοία τους με τρόπο μαγικό, ούτε στο γεγονός ότι παρά τις στρεβλώσεις της, η ΕΡΤ ήταν κερδοφόρα επιχείρηση. Ούτε υιοθετούμε το σύνολο των σχολίων του απεργιακού προγράμματος.  Μας ενδιαφέρει πρωτίστως το νόημα που παράγει αυτή η πράξη της ξαφνικής απόλυσης 2700 περίπου εργαζόμενων, η προσπάθεια αμαύρωσης και ηθικής απαξίωσης τους, αλλά και η απόπειρα (ακόμα μία) διαστρέβλωσης και συκοφάντησης του αγώνα τους.
Μπορεί η συνταγή διαχείρισης της κρίσης να μην είναι η τυπική νεοφιλελεύθερη, στηρίζεται όμως στις ίδιες βασικές αρχές. Δημοσιονομική εξυγίανση μέσω της συρρίκνωσης των προνοιακών παροχών, ιδιωτικοποίηση δημόσιων επιχειρήσεων και βίαιη υποτίμηση της εργατικής δύναμης. Τα ιστορικά παραδείγματα από αντίστοιχες πολιτικές σε προηγμένες χώρες δείχνουν ότι αυτές δεν γίνεται να ευοδωθούν χωρίς την παράλληλη εφαρμογή στρατηγικών ποινικοποίησης της φτώχειας, μέσω πομπωδών «αντι»-εγκληματικών ρητορειών, αλλά και χωρίς την επέκταση αυτών των στρατηγικών στο σύνολο των αντιστεκόμενων και αγωνιζόμενων κοινωνικών κομματιών. Κρίσιμο μέρος αυτών των διαδικασιών είναι η εμπέδωση της αντίληψης ότι το κοινωνικό σύνολο μπορεί να είναι μικρότερο από το άθροισμα των μονάδων του και η νομιμοποίηση της ποινικής και αστυνομικής αντιμετώπισης των αποκλεισμένων. Ακόμα και σε καταστάσεις εξαίρεσης (έκτακτης ανάγκης) οι δημοκρατίες έχουν ανάγκη μιας ελάχιστης συναίνεσης ή έστω τη δημιουργία μιας κατάστασης που να την υπονοεί.
Δεν πρόκειται για μια γραμμική διαδικασία, αλλά για αλληλεπικαλυπτόμενες δράσεις και προπαγανδιστικά σχήματα που αποσκοπούν στην εμφάνιση της πραγματικότητας ως αναπόδραστης. Η επιτυχία αυτής της διαδικασίας εξαρτάται άμεσα από την δυνατότητα του κυρίαρχου λόγου να διαμορφώσει έναν κανόνα, μια συνθήκη νομιμότητας, η οποία να δικαιολογεί εκ προοιμίου τον αποκλεισμό όσων έχουν ήδη επιλεγεί να αποκλειστούν, αλλά και να καλύπτει αυτόματα και αυτονόητα την καταστολή των «αντικοινωνικών» συμπεριφορών. Και φυσικά η έννοια των αντικοινωνικών συμπεριφορών διαστέλλεται τόσο ώστε να αγκαλιάσει κάθε αντισυναινετική δράση αντίστασης. Αυτή η αυτόματη δικαιολόγηση προϋποθέτει την ηθική απαξίωση όσων δεν δέχονται  να υποστούν μοιρολατρικά τις συνέπειες των μεταρρυθμίσεων και των αναδιαρθρώσεων. Ελπίζουμε να θυμάστε τη φρασεολογία των διαμορφωτών της κοινής γνώμης (πολιτικοί και πορτοσάλτεπρετεντέρηδες) που συνόδευσε τις επιστρατεύσεις των απεργών ναυτεργατών, του μετρό και των καθηγητών. Κάθε φορά μια «συντεχνία» προσπαθεί να περιφρουρήσει τα «προνόμια» της αδιαφορώντας για την ταλαιπωρία που προκαλεί στους πολίτες.

Δεν πρόκειται απλώς για χοντροκομμένη εκδοχή του διαίρει και βασίλευε, αλλά για μια προσπάθεια συνολικής απαξίωσης της συλλογικής αντίστασης από τον κυρίαρχο λόγο, ο οποίος εκμεταλλεύεται χρόνιες στρεβλώσεις του ιεραρχοποιημένου γραφειοκρατικού συνδικαλισμού και τα στομωμένα ταξικά αντανακλαστικά μας. Οι αλαλαγμοί κατά των «συντεχνιών» και των «συνδικαλιστάδων» απευθύνονται κυρίως σε όσους βιώνουν μοναχικά την εργοδοτική αυθαιρεσία κάθε μορφής, χωρίς να κατανοούν την ταξική υπόσταση αυτής της επίθεσης, με την προοπτική ακριβώς να ανακόψουν μια πιθανή επιθυμία συλλογικοποίησης. Ακριβώς όπως και οι επικλήσεις στη νομιμότητα επιζητούν να διατηρήσουν το συνολικό κοινωνικό/ταξικό πόλεμο αόρατο από όσους κρίνουν μόνο με βάση τα οικονομικά μεγέθη. Κι όμως ο «εμφύλιος» των φτωχών, υπό μορφή «εγκληματικότητας» και ρατσιστικών επιθέσεων, και ο σχηματισμός ζωνών παραβατικότητας, δεν είναι παράπλευρη συνέπεια αλλά κομμάτι του στρατηγικού σχεδιασμού. Η επιτυχία της κυρίαρχης προπαγάνδας όμως και των επιδιώξεών της είναι αντιστρόφως ανάλογη με την ανάπτυξη της ταξικής μας συνείδησης και την όξυνση των αντανακλαστικών μας. Αυτός είναι ο ασφαλέστερος και ίσως ο μόνος τρόπος για την απονοηματοδότηση του κυρίαρχου λόγου και για την επιλογή των μέσων και των τρόπων αντίστασης.
Σε αυτή την εκστρατεία συκοφάντησης ο δημόσιος τομέας είχε εξαρχής την τιμητική του. Δεν θα είμαστε εμείς φυσικά αυτοί που θα υπερασπιστούμε τις στρεβλώσεις, την ανοργανωσιά και τη ρουσφετολογική χρήση του. Δεν πρέπει στιγμή όμως να ξεχνάμε ότι πίσω από την ιδεολογική απονομιμοποίησή του και την απαξίωση των εργαζομένων του, κρύβεται η προώθηση των ιδιωτικοποιήσεων, η εξυπηρέτηση ιδιαίτερων καπιταλιστικών συμφερόντων και η καλλιέργεια της άποψης ότι μόνο η ιδιωτική πρωτοβουλία μπορεί να παρέχει αξιόλογες υπηρεσίες. Ακόμα χειρότερα όμως ανάμεσα σε αυτά τα φληναφήματα κρύβεται η δικαιολόγηση της προσήλωσης στο άμεσο κέρδος. Για να το πούμε με ένα παράδειγμα: είναι καλό να περιοριστούν οι σπατάλες στο δημόσιο σύστημα υγείας, αν όμως θέλετε αυτό να είναι κερδοφόρο τότε θα περιοριστούν δραστικά τα φάρμακα εκλογής, θα αυξηθεί η οικονομική συμμετοχή των ασθενών στις διαγνωστικές εξετάσεις και στα νοσήλεια και όσοι δεν μπορούν ή είναι ανασφάλιστοι θα «εξυπηρετούνται» από τις εθελοντικές ή θεσμοποιημένες κοινοτικές δομές. Ρωτήστε και τους εργάτες  και τους άνεργους σε Η.Π.Α. και Μ. Βρετανία να σας πουν.    
Για να επανέρθουμε στο προκείμενο, το κλείσιμο της ΕΡΤ γίνεται με εφαρμογή πράξης νομοθετικού περιεχομένου που επιτρέπει σε συναρμόδια υπουργεία να καταργούν δημόσιους οργανισμούς με τον τρόπο που «θαυμάσαμε». Όμως η ύπαρξη και λειτουργία των Δημόσιων Επιχειρήσεων Κοινής Ωφέλειας (Δ.Ε.Κ.Ο.), που αποτελούν και βασικό στόχο των αποκρατικοποιήσεων, είναι για να λειτουργούν ως αναδιανομείς του παραγόμενου πλούτου προς τα κάτω, από κοινού με την δημόσια υγεία και τη δημόσια εκπαίδευση. Κράτος και κεφάλαιο, μέσω της φορολογίας, αναλαμβάνουν ένα σημαντικό μέρος του κόστους για την αναπαραγωγή της εργατικής τάξης. Aυτή ήταν η φιλοσοφία αλλά το πώς λειτούργησε, εξελίχτηκε και ποιους τελικά ωφέλησε έχει και πάλι σχέση με την εργατική μας συνείδηση. Πολύ εύκολα αποδεχτήκαμε την κυρίαρχη ρητορεία χρόνων περί διευθέτησης του ταξικού ζητήματος μέσω του κοινωνικού κράτους. Πολύ εύκολα ξεχάσαμε ότι το κοινωνικό κράτος δεν ήταν σύμφυτο αλλά μια επιλογή της αστικής δημοκρατίας για να ανακόψει την όξυνση του κοινωνικού και ταξικού ανταγωνισμού, από τη στιγμή που φάνηκε ότι αυτή η επιλογή είναι καλύτερη και λιγότερο επικίνδυνη σε σχέση με άλλες (φασισμός, δικτατορίες, κτλ.).
Η ταξική ύπνωση που ακολούθησε (και βοηθήθηκε από την ενσωμάτωση στην κατανάλωση και την υιοθέτηση αντίστοιχων συμπεριφορών και προτύπων) επέτρεψε στον καπιταλισμό, στα εγχώρια και διεθνή αφεντικά, σε κάθε χώρα και ανάλογα με τις ιδιαιτερότητες της, να υπερβεί και να αναιρέσει αυτή τη λογική της αναλογικής συμμετοχής στο κόστος αναπαραγωγής της εργατικής τάξης. Η κατάργηση των Δ.Ε.Κ.Ο. (και δεν αναφερόμαστε και στην αμυντική βιομηχανία και τις αποφυάδες της) αποτελεί κομμάτι της αντιστροφής της αναδιανομής του πλούτου, όπως αυτή κορυφώθηκε την τελευταία τριετία.  Αντίστοιχες συνθήκες ήδη έχουν δημιουργηθεί και μάλλον θα ενταθούν τόσο στην δημόσια υγεία όσο και στην εκπαίδευση. Πρόκειται ουσιαστικά για την απόπειρα εδραίωσης μιας εκδημοκρατισμένης μορφής κοινωνικού δαρβινισμού και για αυτό το κλείσιμο της ΕΡΤ, με βάση τη συγκεκριμένη πράξη νομοθετικού περιεχομένου που προαναφέραμε, αποκτά ιδιαίτερη σημασία.
Ακόμα μεγαλύτερη αν συνδυάσουμε την απόφαση να απολυθούν σε ένα απόγευμα 2700 εργαζόμενοι με τα λογύδρια περί χαραμοφάηδων, διεφθαρμένων, και αγκιστρωμένων στα «προνόμια» τους. Αυτό το τσουβάλιασμα συλλήβδιν  των εργαζομένων στην ΕΡΤ και η εξομοίωσή τους με κυβερνητικούς εντεταλμένους και βολεμένους κάθε είδους (αν και οι ίδιοι οι εργαζόμενοι έπρεπε να έχουν «περιφρουρήσει» καλύτερα το χώρο τους), συνιστά μια επιχείρηση ηθικής απαξίωσής τους και δεν στοχεύει μόνο σε ένα συντηρητικό ακροατήριο που αυτοϊκανοποιείται με εξαγγελίες περί πάταξης της διαφθοράς και της ανομίας. Αποτελεί ένα ξεκάθαρο μήνυμα για την αντιμετώπιση όσων κρίνονται ως υπεράριθμοι και αντιπαραγωγικοί, ένα σαφέστατο «κλείσιμο του ματιού» προς κάθε ιδιωτικό αφεντικό, μια ηχηρή εγγύηση ότι η υποτίμηση της εργασίας έχει δρόμο ακόμα να διανύσει. Συνιστά και μια υπογράμμιση της απόφασης της κρατικής μηχανής να λειτουργήσει απόλυτα ως δύναμη επιβολής των συμφερόντων των αφεντικών. Μια ακόμα υπενθύμιση πως τα όρια της δημοκρατίας είναι όσο ελαστικά πρέπει να είναι και ακόμα περισσότερο… Γι’ αυτό και θα πρέπει να είναι περισσότερο προσεκτικοί όσοι χαίρονται που ο πέλεκυς των απολύσεων έπληξε αυτή τη φορά «κρατικοδίαιτους» και «καλομαθημένους».
Επιπλέον οι (μονοκομματικές προς το παρόν) κυβερνητικές θέσεις στοχεύουν και στην αμαύρωση της επιλογής των απολυμένων της ΕΡΤ να καταλάβουν τα μέσα εργασίας τους και να συνεχίσουν να εκπέμπουν συνεχώς με κυλιόμενες βάρδιες. Μια επιλογή που δεν περιμέναμε από «καλομαθημένους» και που ελπίζουμε ότι θα συνεχιστεί. Όπως και η στήριξη τους από τα κλαδικά σωματεία (τουλάχιστον) και τους συναδέλφους τους. Άλλωστε είναι αυτή η μη συναινετική στάση που καθιστά τις εγκαταστάσεις της σημείο συνάντησης τόσων ανθρώπων, που επιλέγουν να «εδαφικοποιήσουν» την αντίθεση τους στις ασκούμενες πολιτικές υπερασπίζοντας με τη φυσική τους παρουσία τη συγκεκριμένη αγωνιστική επιλογή. Επιπλέον η παρουσία στο χώρο του ραδιομεγάρου της ΕΡΤ συνιστά όχι μόνο μια άρνηση της προπαγάνδας περί «χαραμοφάηδων», αλλά και μια κίνηση προς την ακύρωση της χρήσης «των δεινών του ιδιωτικού τομέα» ως άλλοθι για την ισοπέδωση των δημόσιων υπηρεσιών.
Επιπρόσθετα η προσέλευση πυροδοτήθηκε και από τους ισχυρούς αντιδημοκρατικούς συμβολισμούς της διακοπής της λειτουργίας της ΕΡΤ με τον τρόπο που έγινε. Tο κλείσιμο της ΕΡΤ  μπορεί να είναι μια ακόμα άσκηση ολοκληρωτισμού, αλλά για εμάς δεν συνιστά και μαχαιριά στην καρδιά της δημοκρατίας. Για μας (και όχι μόνο για μας) η δημοκρατία έχει πάψει από χρόνια να είναι μια πειστική ψευδαίσθηση.  Έχουν προηγηθεί «τρομονόμοι» και «τρομοδίκες», η άγρια καταστολή των απεργιακών διαδηλώσεων, ο «Ξένιος Δίας», η διαπόμπευση των οροθετικών εκδιδόμενων γυναικών, η αστυνομική εισβολή σε σπίτια αντιστεκόμενων στις επενδύσεις χρυσού στη Χαλκιδική και ας μην ξεχνάμε τον αγώνα των φυλακισμένων γυναικών για την κατάργηση της κολπικής εξέτασης , τις πρόσφατες εισβολές των ΕΚΑΜ σε κελιά φυλακών και τον βασανισμό κρατουμένων, το photoshop που ακολούθησε το βασανισμό των συλληφθέντων στην Κοζάνη. Ελάχιστες αναφορές στο μακρύ κατάλογο των δημοκρατικών αξιών… Μόνη διαφορά αυτή τη φορά είναι πως η διαδικασία «ολοκληροποίησης» της δημοκρατίας φτάνει μέχρι του σημείου όπου μπαίνει χέρι και στη σημειολογική της έκφραση, αυτή των Μ.Μ.Ε. και του μηνύματος εν γένει. Γιατί πέρα των όποιων άλλων  συνθημάτων περί εξυγίανσης δεν γίνεται να μην δούμε πόσο βίαια διαταράσσονται οι (ούτως ή άλλως προβληματικές) ισορροπίες στον χώρο της ενημέρωσης προς το καθεστωτικότερο!
Επίσης δεν εντυπωσιαζόμαστε από διακηρύξεις περί ελεύθερης ραδιοφωνίας και τηλεόρασης. Άσχετα όμως από το πώς λειτούργησε και ποια είναι η χρησιμότητα του πλουραλισμού και της πολυφωνίας σε μια καπιταλιστική δημοκρατία, δεν γίνεται να παραβλέψουμε το συμβολισμό του «δημόσιου χώρου» διαλόγου και ενημέρωσης, ψυχαγωγίας και στήριξης πολιτιστικών δραστηριοτήτων. Όχι, δεν θα υποστηρίξουμε την υπερβατικότητα του πολιτισμού σε μια καπιταλιστική οικονομία, ούτε φυσικά ότι το ποιοτικό εμπόρευμα παύει να είναι εμπόρευμα. Η δημιουργία ενός νέου φορέα προσανατολισμένου στη λογική της αγοράς και των μετρήσεων θεαματικότητας και ακροαματικότητας όμως, θα γενικεύσει, εκτιμούμε, την αισθητική του σκυλάδικου και του φτηνού εντυπωσιασμού. Από την άλλη το κατέβασμα του διακόπτη σηματοδοτεί και τον τρόπο με τον οποίο το κράτος αντιλαμβάνεται τη σημασία του «δημόσιου χώρου» ή μάλλον, κατά πόσο εκτιμά την ποδηγέτησή του, αν και ειδικά αυτό δεν πρέπει να εξέπληξε και πολλούς. Εξάλλου η αυτόματη κατάργηση του μόνου φορέα ο οποίος επιδέχεται τον έστω ελάχιστο και προβληματικό «κοινωνικό έλεγχο», είναι ενδεικτική του τρόπου με τον οποίο αντιλαμβάνεται την ελευθερία του οτιδήποτε δημόσιου η εξουσία στη συγκεκριμένη ιστορική φάση της παρατεταμένης ύφεσης.
Εν κατακλείδι  η  συλλογικοποίηση των αντιστάσεων και των αρνήσεων και οι αυτοοργανωμένες αγωνιστικές διαδικασίες, αποτελούν οπωσδήποτε μέσο ανάπτυξης της αγωνιστικότητας και μπορούν να εγκολπωθούν από εργάτες και ανέργους που δεν επιζητούν κομματικές ή άλλου τύπου έξωθεν καθοδηγήσεις. Επιπλέον η οικειοποίηση των μέσων εργασίας και η συνέχιση της χρήσης τους από απολυμένους και άνεργους αποτελεί ένα ενδιαφέρον τόλμημα, όχι πρωτόγνωρο στον ελλαδικό χώρο, που θα πρέπει να επιχειρείται όπου υπάρχει η δυνατότητα και σίγουρα θα συσπειρώνει την αλληλεγγύη αγωνιζόμενων κοινωνικών κομματιών. Όλα αυτά δεν οδηγούν αυτόματα στη ριζοσπαστικοποίηση των συνειδήσεων ούτε προωθούν αυτονόητα τον ταξικό ανταγωνισμό. Η υπεράσπιση όμως μη συναινετικών μορφών αγώνα δημιουργεί και εστίες μη κανονικότητας. Και η μη κανονικότητες κρύβουν δυνατότητες…
Και κάτι τελευταίο. Ανεξάρτητα από την έκβασή του, ο αγώνας των εργαζομένων της ΕΡΤ και των συμπαραστατών τους δεν είναι το μεγάλο ραντεβού για την έφοδο στον ουρανό. Είναι ένα κομμάτι από το σύνολο των αγώνων που ξέσπασαν και θα ξεσπάσουν σε εργασιακούς χώρους και όχι μόνον. Η διασύνδεση των αγώνων, η ριζοσπαστικοποίηση των συνειδήσεων και η ταξικές απαντήσεις είναι σύνθετες και επίπονες διαδικασίες. Ακόμα και αν πέσει η κυβέρνηση και αλλάξουν οι πηδαλιούχοι, η βελτίωση της ποιότητας της ζωής μας περνάει αποκλειστικά από τα δικά μας χέρια…